Αγγλικά → Ελληνικά - prosaic

προφορά
επίθ. πεζός, ανιαρός, τετριμμένος, μονότονος

Αγγλικά → Αγγλικά - prosaic

προφορά
adj. common, regular; boring, tedious; unimaginative, dull; resembling prose, similar to the writing style for prose

Αγγλικά → Γαλλικά - prosaic

προφορά
adj. prosaïque, (style caricatural, écriture en prose); ennuyeux

Αγγλικά → Γερμανικά - prosaic

προφορά
adj. prosaisch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - prosaic

προφορά
a. prosais, biasa, lazim, membosankan, menjemukan

Αγγλικά → Ιταλικά - prosaic

προφορά
agg. prosaico, banale

Αγγλικά → Πολωνικά - prosaic

προφορά
a. prozaiczny, przyziemny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - prosaic

προφορά
adj. vulgar; material; trivial; prosaico (estilo de escrever na prosa); seco; aborrecedor

Αγγλικά → Ρουμανικά - prosaic

προφορά
a. prozaic

Αγγλικά → Ρωσικά - prosaic

προφορά
прил. прозаичный, скучный

Αγγλικά → Ισπανικά - prosaic

προφορά
adj. prosaico

Αγγλικά → Τουρκικά - prosaic

προφορά
s. düzyazı şeklinde, şiirsel olmayan, sıradan, bayağı, yavan

Αγγλικά → Ουκρανικά - prosaic

προφορά
a. прозаїчний, нудний

Αγγλικά → Ολλανδικά - prosaic

προφορά
bn. prozaïsch

Αγγλικά → Αραβικά - prosaic

προφορά
‏مبتذل، نثري، عادي، ركيك، غير ممتع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - prosaic

προφορά
(形) 散文的, 散文性的, 散文体的

Αγγλικά → Κινεζικά - prosaic

προφορά
(形) 散文的, 散文性的, 散文體的

Αγγλικά → Χίντι - prosaic

προφορά
a. गद्य रूप, नीरस, शुष्क, सामान्य, तत्त्वहीन, साधारण, शोभाहीन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - prosaic

προφορά
(形) 散文の; 平凡な; 想像力に欠ける

Αγγλικά → Κορεατικά - prosaic

προφορά
형. 보통의; 지루한, 진부한; 상상적이지 않은; 산문같은

Αγγλικά → Βιετναμικά - prosaic

προφορά
a. thuộc về văn xuôi, thuộc về tầm thường, thuộc về phàm tục


© dictionarist.com