Ισπανικά → Αγγλικά - propio

προφορά
prep. like

Ισπανικά → Γαλλικά - propio

προφορά
1. (determinante) propre
2. (niño) propre
3. (lenguaje) approprié; juste

Ισπανικά → Γερμανικά - propio

προφορά
a. eigen, eigentlich, besondere, recht
pron. selbst

Ισπανικά → Ρωσικά - propio

προφορά
adj. собственный, свой, свойственный

Ισπανικά → Κορεατικά - propio

προφορά
adj. 자기, 자신의, 어울리는
prep. 자기


dictionary extension
© dictionarist.com