Αγγλικά → Ελληνικά - proper

προφορά
επίθ. ίδιος, αρμόζων, κύριος, καθώς πρέπει, κόσμιος, κατάλληλος

Αγγλικά → Αγγλικά - proper

προφορά
adj. correct; suitable; just; complete (Slang)
adj. neat, trim, tidy, fain
adv. neatly

Αγγλικά → Γαλλικά - proper

προφορά
adj. approprié; correct, convenable; juste; pertinent; adéquat; complet (argot)

Αγγλικά → Γερμανικά - proper

προφορά
adj. richtig, korrekt; passend; stimmt; ganz (Slang)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - proper

προφορά
a. wajar, pantas, layak, patut, tepat, kelulu, senonoh, semenggah, sopan, baik, sebaiknya, sebenarnya, benar-benar

Αγγλικά → Ιταλικά - proper

προφορά
agg. opportuno, giusto; proprio; tipico, caratteristico, peculiare; perbene, decoroso, rispettabile; stretto; (fam) vero e proprio, bell'e buono

Αγγλικά → Πολωνικά - proper

προφορά
a. właściwy, odpowiedni, prawdziwy, należyty, należny, stosowny, przyzwoity, godny, poprawny, dobry, słuszny, uczciwy, celowy, odnośny, ludzki

Αγγλικά → Πορτογαλικά - proper

προφορά
adj. certo; próprio; adequado; apropriado; justo; totalmente (gíria)

Αγγλικά → Ρουμανικά - proper

προφορά
a. potrivit, adecvat, cuvenit, bun, indicat, propriu-zis, propriu, special, specific, caracteristic, cinste: pe cinste, grozav, straşnic, frumos {înv.}, arătos, exact, real, adevărat

Αγγλικά → Ρωσικά - proper

προφορά
прил. присущий, свойственный; правильный, надлежащий, должный, подходящий; приличный, пристойный; употребленный в собственном смысле слова; настоящий, совершенный, собственный; истинный; точный, красивый

Αγγλικά → Ισπανικά - proper

προφορά
adj. correcto, aconsejado, adecuado, apropiado, conveniente, debido, decente, decoroso, ideal, idóneo, justo, propio, recomendable, respectivo, respetuoso, satisfactorio

Αγγλικά → Τουρκικά - proper

προφορά
s. tam, doğru dürüst, uygun, terbiyeli, yerinde, özel, doğru, münasip, gerçek, adamakıllı, iyice

Αγγλικά → Ουκρανικά - proper

προφορά
v. коректувати
a. властивий, правильний, відповідний, підхожий, годящий, пристойний, справжній, чудовий, власний, згожий, слушний

Γερμανικά → Αγγλικά - proper

προφορά
adj. correct; suitable; just; complete (Slang)

Ολλανδικά → Αγγλικά - proper

προφορά
adv. neatly
adj. neat, trim, tidy, fain

Αγγλικά → Ολλανδικά - proper

προφορά
bn. eigen, eigenlijk, geschikt, passend, gepast, behoorlijk, betamelijk, voegzaam, fatsoenlijk

Γερμανικά → Γαλλικά - proper

προφορά
adj. clean, impeccable

Γερμανικά → Ιταλικά - proper

προφορά
adj. carino, pulito

Γερμανικά → Ισπανικά - proper

προφορά
adj. aseado, pulcro

Γερμανικά → Τουρκικά - proper

προφορά
dogru, dogru dürüst, tam, gerçek, hakiki, münasip, uygun, düzgün, kusursuz

Ολλανδικά → Γαλλικά - proper

προφορά
1. (algemeen) propre
2. (huisdier) propre

Γερμανικά → Ολλανδικά - proper

προφορά
proper

Αγγλικά → Αραβικά - proper

προφορά
‏طقس ديني خاص‏
‏إصولي، لائق، مناسب، ملائم، وقور، خاص، شريف، أخلاقي، أصيل، أصلي، حقيقي، صحيح، مضبوط، قويم، موفق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - proper

προφορά
(形) 适当的, 专属的, 高尚的

Αγγλικά → Κινεζικά - proper

προφορά
(形) 適當的, 專屬的, 高尚的

Αγγλικά → Χίντι - proper

προφορά
a. आत्मीय, निजी, स्वच्छ, विशिष्ट, उचित, यथोचित, माकूल, मुनासिब, युक्त, मुआफ़िक़, मुवाफ़िक़, योग्य, संगत, शुद्ध, पथ्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - proper

προφορά
(形) 適切な, ちょうどいい; 礼儀正しい; 堅苦しい; 正しい, 正確な; 完全な

Αγγλικά → Κορεατικά - proper

προφορά
형. 올바른; 적절한; 적당한; 타당한; 전적으로 (속어)

Αγγλικά → Βιετναμικά - proper

προφορά
a. chính, đích, riêng, riêng biệt, đặc biệt riêng, đúng, tên riêng, nghĩa đen


dictionary extension
© dictionarist.com