Πορτογαλικά → Αγγλικά - pronunciado

προφορά
adj. pronounced, strong

Ισπανικά → Αγγλικά - pronunciado

προφορά
adj. pronounced, significant

Πορτογαλικά → Γαλλικά - pronunciado

προφορά
1. (sotaque) fort; gros; prononcé
2. (perceptível) prononcé; marqué

Ισπανικά → Γερμανικά - pronunciado

προφορά
n. verschwörer
a. ausgesprochen, ausgeprägt, krass, scharf


dictionary extension
© dictionarist.com