Ισπανικά → Αγγλικά - pronombre

προφορά
n. (Grammar) pronoun, word used to replace nouns and noun phrases (she, we, this, etc.)

Ισπανικά → Γαλλικά - pronombre

προφορά
(lingüística) pronom (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - pronombre

προφορά
n. fürwort, pronomen

Ισπανικά → Ρωσικά - pronombre

προφορά
n. местоимение

Ισπανικά → Κορεατικά - pronombre

προφορά
n. 대명사


dictionary extension
© dictionarist.com