Αγγλικά → Ελληνικά - prolonged

προφορά
επίθ. παρατεταμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - prolonged

προφορά
adj. extended, lengthened, made longer; protracted, drawn out, lasting a long period of time

Αγγλικά → Γαλλικά - prolonged

προφορά
adj. prolongé

Αγγλικά → Γερμανικά - prolonged

προφορά
[prolong] v. verlängern; prolongieren
adj. verlängert; hinausgeschoben; verzögert

Αγγλικά → Ινδονησιακά - prolonged

προφορά
a. berlarut-larut: yg berlarut-larut, lama: yg berlangsung lama, berkepanjangan: yg berkepanjangan, menahun, bersambung

Αγγλικά → Ιταλικά - prolonged

προφορά
agg. prolungato; continuato; continuante

Αγγλικά → Πολωνικά - prolonged

προφορά
a. przedłużający się, długotrwały

Αγγλικά → Πορτογαλικά - prolonged

προφορά
adj. prolongado, longo; alongado; progressivo, contínuo, persistente

Αγγλικά → Ρουμανικά - prolonged

προφορά
a. prelungit

Αγγλικά → Ρωσικά - prolonged

προφορά
прил. длительный, затянувшийся

Αγγλικά → Ισπανικά - prolonged

προφορά
adj. prolongado, extenso

Αγγλικά → Τουρκικά - prolonged

προφορά
s. uzun, uzatılmış, uzatmalı

Αγγλικά → Ουκρανικά - prolonged

προφορά
a. продовжений

Αγγλικά → Ολλανδικά - prolonged

προφορά
bn. ook, langdurig, lang, lange tijd

Αγγλικά → Αραβικά - prolonged

προφορά
‏طويل، ممد، ممتد، مدة طويلة، مطول‏

Αγγλικά → Κινεζικά - prolonged

προφορά
(形) 延长的; 拖延的

Αγγλικά → Κινεζικά - prolonged

προφορά
(形) 延長的; 拖延的

Αγγλικά → Χίντι - prolonged

προφορά
a. लंबा, लंबा किया हुआ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - prolonged

προφορά
(形) 長引いた; 延ばした
(動) 延ばす; 長引かせる

Αγγλικά → Κορεατικά - prolonged

προφορά
형. 연장된, 길게 된; 장기간 이어지는

Αγγλικά → Βιετναμικά - prolonged

προφορά
a. kéo dài, nối dài


dictionary extension
© dictionarist.com