Αγγλικά → Ελληνικά - prolix

προφορά
επίθ. πληκτικός, σχοινοτενής, απεραντολόγος

Αγγλικά → Αγγλικά - prolix

προφορά
adj. boring, tedious, tiring, dull; too long, overly wordy, verbose

Αγγλικά → Γαλλικά - prolix

προφορά
adj. prolixe, diffus; délayé; verbeux, bavard

Αγγλικά → Γερμανικά - prolix

προφορά
adj. weitschweifig, wortreich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - prolix

προφορά
a. panjang lebar, bertele-tele

Αγγλικά → Ιταλικά - prolix

προφορά
agg. prolisso

Αγγλικά → Πολωνικά - prolix

προφορά
a. rozwlekły, przewlekły, rozlewny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - prolix

προφορά
adj. prolixo, chato; muito longo

Αγγλικά → Ρουμανικά - prolix

προφορά
a. prolix, pedant

Αγγλικά → Ρωσικά - prolix

προφορά
прил. тягучий, скучный; многословный; подробный

Αγγλικά → Ισπανικά - prolix

προφορά
adj. prolijo, poco conciso

Αγγλικά → Τουρκικά - prolix

προφορά
s. sözü çok uzatan, uzun, bitmek bilmeyen, sonu gelmeyen

Αγγλικά → Ουκρανικά - prolix

προφορά
a. нудний, багатослівний

Ρουμανικά → Αγγλικά - prolix

a. prolix, long-winded, verbose, wordy, diffuse
adv. diffusely

Αγγλικά → Ολλανδικά - prolix

προφορά
bn. uitvoerig, langradig, breedsprakig, wijdlopig

Αγγλικά → Αραβικά - prolix

προφορά
‏مسهب، مطنب، مولع بالإسهاب، مكثار، مهزار‏

Αγγλικά → Κινεζικά - prolix

προφορά
(形) 冗长的, 说话罗唆的

Αγγλικά → Κινεζικά - prolix

προφορά
(形) 冗長的, 說話羅唆的

Αγγλικά → Χίντι - prolix

προφορά
a. आति दीर्घ, विस्तृत, प्रपंची

Αγγλικά → Ιαπωνικά - prolix

προφορά
(形) 冗長な

Αγγλικά → Κορεατικά - prolix

προφορά
형. 장황한

Αγγλικά → Βιετναμικά - prolix

προφορά
a. rườm rà, dông dài, dài dòng, lượm thượm


dictionary extension
© dictionarist.com