Αγγλικά → Ελληνικά - profitable

προφορά
επίθ. αποδοτικός, επικερδής, κερδοφόρος, επωφελής, προσοδοφόρος

Αγγλικά → Αγγλικά - profitable

προφορά
adj. lucrative, paying; rewarding, beneficial; producing income
adj. profitable, gainful

Αγγλικά → Γαλλικά - profitable

προφορά
adj. profitable; avantageux; rémunérateur

Αγγλικά → Γερμανικά - profitable

προφορά
adj. lohnend; Gewinn bringend; rentabel

Αγγλικά → Ινδονησιακά - profitable

προφορά
a. berguna, menguntungkan: yg menguntungkan, keuntungan: yg memberi keuntungan, berkat, berlaba

Αγγλικά → Ιταλικά - profitable

προφορά
agg. proficuo, vantaggioso, utile; redditizio, rimunerativo

Αγγλικά → Πολωνικά - profitable

προφορά
a. korzystny, zyskowny, intratny, rentowny, dogodny, lukratywny, opłacalny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - profitable

προφορά
adj. lucrativo, rentável; produtivo; eficaz

Αγγλικά → Ρουμανικά - profitable

προφορά
a. profitabil, rentabil, avantajos, util, folositor

Αγγλικά → Ρωσικά - profitable

προφορά
прил. прибыльный, выгодный, доходный, высокодоходный, благоприятный, полезный

Αγγλικά → Ισπανικά - profitable

προφορά
adj. provechoso, beneficioso, ventajoso; útil; rentable, ganancioso, lucrativo, remunerador, remunerativo

Αγγλικά → Τουρκικά - profitable

προφορά
s. kazançlı, kârlı, faydalı, yararlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - profitable

προφορά
a. корисний, прибутковий, рентабельний, сприятливий, доходний, вигідний, додатний, зисковний, користовний

Γαλλικά → Αγγλικά - profitable

προφορά
adj. profitable, gainful

Αγγλικά → Ολλανδικά - profitable

προφορά
bn. winstgevend, voordelig, profijtelijk, heilzaam, nuttig

Γαλλικά → Γερμανικά - profitable

προφορά
adj. nutzbringend, lohnenswert, lohnend

Γαλλικά → Ιταλικά - profitable

προφορά
(général) vantaggioso; remunerativo

Γαλλικά → Πορτογαλικά - profitable

προφορά
(général) recompensador; lucrativo

Γαλλικά → Ρωσικά - profitable

προφορά
a. доходный, прибыльный

Γαλλικά → Ισπανικά - profitable

προφορά
(général) remunerador; lucrativo

Γαλλικά → Τουρκικά - profitable

προφορά
kazançlı; yararlı

Γαλλικά → Ολλανδικά - profitable

προφορά
(général) winstgevend; lucratief; voordelig

Αγγλικά → Αραβικά - profitable

προφορά
‏مربح، مكسب، مفيد، مثمر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - profitable

προφορά
(形) 有利润的, 赚钱的, 有利益的

Αγγλικά → Κινεζικά - profitable

προφορά
(形) 有利潤的, 賺錢的, 有利益的

Αγγλικά → Χίντι - profitable

προφορά
a. लाभदायक, लाभकारी, मुनाफ़ेवाला, मुफ़ीद, हितकर

Αγγλικά → Ιαπωνικά - profitable

προφορά
(形) 有益な; 儲かる

Αγγλικά → Κορεατικά - profitable

προφορά
형. 이익이 되는; 유익한, 도움이 되는; 수입을 생산하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - profitable

προφορά
a. có lợi, có hửu ích, sanh lời


dictionary extension
© dictionarist.com