Αγγλικά → Ελληνικά - profession

προφορά
ουσ. επιστήμη, επάγγελμα

Αγγλικά → Αγγλικά - profession

προφορά
n. vocation, skilled occupation; total people engaged in a profession; declaration, proclamation; avowal, acknowledgement
n. profession, vocation, career
n. profession; career, occupation; calling, vocation; craft, trade; work, job

Αγγλικά → Γαλλικά - profession

προφορά
n. profession; carrière; gens de métier

Αγγλικά → Γερμανικά - profession

προφορά
n. Beruf; Berufsstand; Gelübde; Profeß

Αγγλικά → Ινδονησιακά - profession

προφορά
n. pekerjaan, profesi, pernyataan, pengakuan iman

Αγγλικά → Ιταλικά - profession

προφορά
s. professione; mestiere; dichiarazione

Αγγλικά → Πολωνικά - profession

προφορά
n. oświadczenie, wyznanie wiary, zawód, fach, koledzy po fachu

Αγγλικά → Πορτογαλικά - profession

προφορά
s. profissão; grupo de profissionais; declaração; aviso

Αγγλικά → Ρουμανικά - profession

προφορά
n. profesiune, ocupaţie, confesiune, mărturisire, actor: actorii

Αγγλικά → Ρωσικά - profession

προφορά
с. профессия; заявление, признание; исповедание, вероисповедание

Αγγλικά → Ισπανικά - profession

προφορά
s. profesión, carrera, carrera profesional, ocupación, oficio; declaración, manifestación

Αγγλικά → Τουρκικά - profession

προφορά
i. iş, uzmanlık alanı, meslek, sanat, uğraş, uğraşı, açıklama, beyan, inancın açıklanması, kelime i şahadet, yemin

Αγγλικά → Ουκρανικά - profession

προφορά
n. фах, професія, заняття, ремесло, запевнення, віросповідання, обітниця, спеціальність

Γαλλικά → Αγγλικά - profession

προφορά
(f) n. profession; career, occupation; calling, vocation; craft, trade; work, job

Γερμανικά → Αγγλικά - profession

προφορά
n. vocation, skilled occupation; total people engaged in a profession; declaration, proclamation; avowal, acknowledgement

Αγγλικά → Ολλανδικά - profession

προφορά
zn. belijdenis, verklaring, betuiging, broodwinning, bekentenis, stand, beroep, professie, bedrijf

Γαλλικά → Γερμανικά - profession

προφορά
n. berufsbezeichnung, beruf, berufsstand, metier

Γαλλικά → Ιταλικά - profession

προφορά
1. (emploi) professione (f); mestiere (m)
2. (opinion) professione (f); dichiarazione (f)
3. (travail) professione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - profession

προφορά
1. (emploi) profissão (f); ocupação (f); emprego (m)
2. (opinion) manifestação (f); declaração (f)
3. (travail) profissão (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - profession

προφορά
n. деятельность (f), занятие (f), профессия (f), ремесло (f), призвание (f), промысел (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - profession

προφορά
1. (emploi) profesión (f); oficio (m)
2. (opinion) manifestación (f); declaración (f)
3. (travail) profesión (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - profession

προφορά
[la] açıkça söyleme, kamuya bildirme, açıklama; iş, sanat, meslek

Γερμανικά → Ιταλικά - profession

προφορά
n. professione (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - profession

προφορά
n. профессия (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - profession

προφορά
n. profesión (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - profession

προφορά
i. meslek (f), sanat (f)

Γαλλικά → Ολλανδικά - profession

προφορά
1. (emploi) beroep (n); ambt (n); vak (n)
2. (opinion) verklaring (f); betuiging (f); uiting (f)
3. (travail) vak (n); beroep (n)

Αγγλικά → Αραβικά - profession

προφορά
‏مهنة، حرفة، إعلان، صنعة، إيمان مجاهر به، إعلان إيمانه، جاهر بإيمانه، أهل المهنة الواحدة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - profession

προφορά
(名) 职业; 声明; 同业, 同行; 表白

Αγγλικά → Κινεζικά - profession

προφορά
(名) 職業; 聲明; 同業, 同行; 表白

Αγγλικά → Χίντι - profession

προφορά
n. व्यापार, व्यवसाय, नियुक्ति, प्रतिज्ञा, घोषणा, स्वीकार, धार्मिक संस्था

Αγγλικά → Ιαπωνικά - profession

προφορά
(名) 専門; 職業; 明言

Αγγλικά → Κορεατικά - profession

προφορά
명. 직업, 전문직; 전문직에 종사하는 사람들의 총수; 공언, 선언; 서원

Αγγλικά → Βιετναμικά - profession

προφορά
n. sự bày tỏ, sự phát biểu, sự biểu lộ, sự tuyên bố, chức nghiệp, nghề nghiệp, những người trong nghề

Γερμανικά → Κινεζικά - profession

προφορά
[die] pl.Professionen 职业。行业。


dictionary extension
© dictionarist.com