Ισπανικά → Αγγλικά - productivo

προφορά
adj. fertile, productive, fruitful

Ισπανικά → Γαλλικά - productivo

προφορά
(economía) productif

Ισπανικά → Γερμανικά - productivo

προφορά
a. ergiebig, produktiv, nutzbringend, einträglich, ertragreich, ertragfähig, tragfähig, leistungsfähig, nahrhaft, wirtschaftlich, schaffend, dankbar

Ισπανικά → Ρωσικά - productivo

προφορά
adj. производительный

Ισπανικά → Κορεατικά - productivo

προφορά
adj. 생산력 있는, 생산적인


dictionary extension
© dictionarist.com