Αγγλικά → Ελληνικά - production

προφορά
ουσ. παραγωγή, προσαγωγή, παρουσίαση, παράσταση, απόδοση, προϊόν

Αγγλικά → Αγγλικά - production

προφορά
n. manufacture, assembly; output, yield; process of publicizing a motion picture (or play, television program, etc.)
n. production, generation; output, products; manufacture, growth, make

Αγγλικά → Γαλλικά - production

προφορά
n. création; production; réalisation (d'un film)

Αγγλικά → Γερμανικά - production

προφορά
n. Produktion; Herstellung; Produktion (Film)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - production

προφορά
n. penghasilan, pengeluaran, pengerjaan, produksi, pembuatan, bangkitan, hasil

Αγγλικά → Ιταλικά - production

προφορά
s. produzione; fabbricazione; prodotto; presentazione, esibizione; (Teat) messa in scena, rappresentazione; (Geom) prolungamento

Αγγλικά → Πολωνικά - production

προφορά
n. produkcja, fabrykat, wytwórczość, wydobycie, wyrób, wyprodukowanie, wytworzenie, wytwarzanie, fabrykacja, produkowanie, wyrabianie, inscenizacja, wystawienie, twór, utwór, tworzenie, twórczość, rodzenie, płodzenie
a. produkcyjny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - production

προφορά
s. produção; eficácia; produção de um filme

Αγγλικά → Ρουμανικά - production

προφορά
n. producere, fabricaţie

Αγγλικά → Ρωσικά - production

προφορά
с. производство, изготовление, выработка, добыча, продукция, изделия, постановка, произведение

Αγγλικά → Ισπανικά - production

προφορά
s. producción, composición, elaboración, fabricación, manufactura; dirección escénica, escenografía; rendimiento

Αγγλικά → Τουρκικά - production

προφορά
i. üretme, üretim, yapım, imal, yapıt, eser

Αγγλικά → Ουκρανικά - production

προφορά
n. виробництво, виготовлення, видобуток, продуктивність, продукція, виріб, постановка, пред'явлення, продовження, вирібництво, зародження

Γαλλικά → Αγγλικά - production

προφορά
(f) n. production, generation; output, products; manufacture, growth, make

Αγγλικά → Ολλανδικά - production

προφορά
zn. produktie, productie, voortbrenging, voortbrengsel, produkt, product

Γαλλικά → Γερμανικά - production

προφορά
n. produktion, fertigung, erzeugung, herstellung, anführung, aufführung, produktionsmenge, menge: erzeugte menge, förderungsmenge, bildung, vorlage, anbau, ertrag, schaffen, vorlegen, erzeugnisse

Γαλλικά → Ιταλικά - production

προφορά
1. (industrie) produzione (f)
2. (électricité) generazione (f); produzione (f)
3. (création) creazione (f); trovata (f); scoperta (f) 4. (fabrication) fabbricazione (f); produzione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - production

προφορά
1. (industrie) produção (f); output (m); manufatura (f)
2. (électricité) geração (f); produção (f)
3. (création) criação (f); invento (m) 4. (fabrication) fabricação (f); manufatura (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - production

προφορά
n. производство (f), выпуск (товаров) (f), выработка (f), выход продукции (f), создание (f), продукция (f), продукты производства (f), плодоношение (f), производительность (тех.) (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - production

προφορά
1. (industrie) producción (f); rendimiento (m)
2. (électricité) generación (f); producción (f)
3. (création) creación (f); invento (m) 4. (fabrication) fabricación (f); manufactura (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - production

προφορά
[la] üretim, yetiştirim; ürün; meydana çıkarma; sinema filmi

Γαλλικά → Ολλανδικά - production

προφορά
1. (industrie) produktie (f); opbrengst (f); vervaardiging (f)
2. (électricité) produktie (f); generatie (f)
3. (création) creatie (f); ontwerp (n) 4. (fabrication) fabricage (f); bouw (m)

Αγγλικά → Αραβικά - production

προφορά
‏تحضير، نتاج، الإ نتاج، إخراج، إخراج العمل الإذاعي، نتاج أثر أدبي، عملية الإنتاج، صنع، نتاج الفكر، الأحداث‏

Αγγλικά → Κινεζικά - production

προφορά
(名) 生产; 摄制; 制作; 演出

Αγγλικά → Κινεζικά - production

προφορά
(名) 生產; 攝製; 製作; 演出

Αγγλικά → Χίντι - production

προφορά
n. उत्पाद, उत्पादन, उत्पत्ति, निर्माण, रचना, निर्मित पदार्थ
a. उत्पादन-संबंधी, उत्पादन का, उत्पादक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - production

προφορά
(名) 生産; 生産高; 制作; 製作

Αγγλικά → Κορεατικά - production

προφορά
명. 생산, 제조; 제작 ( 영화나 연극 등)

Αγγλικά → Βιετναμικά - production

προφορά
n. sự đưa ra, sự trình bày, sự chế tạo, sự sản xuất, sự kéo dài của một đường, tác phẫm, sản phẫm, sự phát xuất


dictionary extension
© dictionarist.com