Αγγλικά → Ελληνικά - prod

προφορά
ουσ. κέντρο, σουβλί
ρήμ. κεντώ, κεντρίζω, παρακινώ

Αγγλικά → Αγγλικά - prod

προφορά
n. poke, thrust, jab; rod, staff, long pointed instrument
v. spur, urge, goad; poke, push, thrust; stimulate, incite; energize, rouse

Αγγλικά → Γαλλικά - prod

προφορά
n. poussé doucement; petit coup; bâton
v. stimuler; talonner; pousser; provoquer

Αγγλικά → Γερμανικά - prod

προφορά
n. Stupser; Rippenstoß
v. stechen; stoßen; anstacheln

Αγγλικά → Ινδονησιακά - prod

προφορά
n. lecutan, pecutan, jolokan, dorongan, tusukan
v. menusuk, mendesak, mendorong, memecut, melecut, menggelitik

Αγγλικά → Ιταλικά - prod

προφορά
s. il pungolare; pungolo; (fig) sollecitazione, sprone
v. pungolare, spingere; (fig) sollecitare, spronare, incitare

Αγγλικά → Πολωνικά - prod

προφορά
n. dźgnięcie, oścień
v. szturchać, dźgać, poganiać, pognać, szturchnąć, dźgnąć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - prod

προφορά
s. aguilhão; picada; empurrão
v. agulhar; espetar; picar; punçar

Αγγλικά → Ρουμανικά - prod

προφορά
n. împunsătură
v. mâna, îndemna, împunge

Αγγλικά → Ρωσικά - prod

προφορά
с. тычок, инструмент для прокалывания, шило, толчок, стимул
г. тыкать, колоть, пронзать, побуждать, подгонять

Αγγλικά → Ισπανικά - prod

προφορά
s. aguijón; jinconazo, jincón, punzada; acicate, empujoncito, estímulo; pincho, instrumento puntiagudo; golpe ligero, golpecito
v. dar un golpecito a; aguijonear, hincar, picar, pinchar, pungir

Αγγλικά → Τουρκικά - prod

προφορά
f. dürtmek, kışkırtmak, özendirmek, teşvik etmek
i. üvendire, çivili sopa, dürtme, kışkırtma, biz

Αγγλικά → Ουκρανικά - prod

προφορά
n. укол, стусан, пробійник, стрекало, шило
v. тикати, колоти, підбурювати, спонукати, підганяти

Αγγλικά → Ολλανδικά - prod

προφορά
zn. protestant : ierse protestant

Αγγλικά → Αραβικά - prod

προφορά
‏همز، نخس، حث، إندفاع، مهماز‏
‏حث، نخس، همز‏

Αγγλικά → Κινεζικά - prod

προφορά
(名) 刺针, 签子, 刺棒
(动) 刺; 刺激; 戳, 桶; 敦促

Αγγλικά → Κινεζικά - prod

προφορά
(名) 刺針, 籤子, 刺棒
(動) 刺; 刺激; 戳, 桶; 敦促

Αγγλικά → Χίντι - prod

προφορά
n. नोकदार यंत्र, अंकुश, ठेस
v. डंडे के कोन से ठेस देना, उकसावा देना, उभाड़ना, खिजलाना, चिढ़ाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - prod

προφορά
(動) 突く; せかす; 刺激する
(名) 突き; 棒; 槍; 刺激; 刺し針

Αγγλικά → Κορεατικά - prod

προφορά
명. 찌르기; 막대, 꼬챙이
동. 박차를 가하다, 재촉하다; 찌르다, 쑤시다; 자극하다; 환기시키다, 불러 일깨우다

Αγγλικά → Βιετναμικά - prod

προφορά
v. đẩy, chọc bằng vật nhọn, kích thích, thúc giục, khích lệ, đâm vào


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: prodding
Present: prod (3.person: prods)
Past: prodded
Future: will prod
Present conditional: would prod
Present Perfect: have prodded (3.person: has prodded)
Past Perfect: had prodded
Future Perfect: will have prodded
Past conditional: would have prodded
© dictionarist.com