Αγγλικά → Ελληνικά - proctor

προφορά
ουσ. επόπτης, κοσμήτορας, κοσμήτωρ

Αγγλικά → Αγγλικά - proctor

προφορά
n. supervisor, overseer; one who monitors students during an examination

Αγγλικά → Γαλλικά - proctor

προφορά
n. fondé de pouvoir; surveillant

Αγγλικά → Γερμανικά - proctor

προφορά
n. Aufsichtsführender

Αγγλικά → Ινδονησιακά - proctor

προφορά
n. pengawas mahasiswa

Αγγλικά → Ιταλικά - proctor

προφορά
s. (Univ) censore, prefetto; (Dir, Rel) procuratore

Αγγλικά → Πολωνικά - proctor

προφορά
n. cenzor {uniw.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - proctor

προφορά
s. fiscal; guarda, controlador

Αγγλικά → Ρωσικά - proctor

προφορά
с. проктор, надзиратель, поверенный

Αγγλικά → Ισπανικά - proctor

προφορά
s. procurador, bedel, juez escolástico

Αγγλικά → Τουρκικά - proctor

προφορά
f. disiplini sağlamak
i. disiplin görevlisi [üniv.], dava vekili

Αγγλικά → Ουκρανικά - proctor

προφορά
n. проктор, наглядач

Αγγλικά → Ολλανδικά - proctor

προφορά
zn. procureur bij kerkelijke rechtbank

Αγγλικά → Αραβικά - proctor

προφορά
‏المسئول عن النظام، الشخص المسئول عن النظام، مراقب الإمتحانات، وكيل رهبانية‏
‏راقب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - proctor

προφορά
(名) 代理人, 代诉人, 代书

Αγγλικά → Κινεζικά - proctor

προφορά
(名) 代理人, 代訴人, 代書

Αγγλικά → Χίντι - proctor

προφορά
n. अनुशासन-अधिकारी, विश्वविद्यालय का कार्याध्यक्ष, अदालत की कचहरी में प्रबंध करनेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - proctor

προφορά
(名) 試験監督官; 学生監

Αγγλικά → Κορεατικά - proctor

προφορά
명. 대리인

Αγγλικά → Βιετναμικά - proctor

προφορά
n. giám thị trường trung học, người đại lý


Χρονοι ρηματων

Present participle: proctoring
Present: proctor (3.person: proctors)
Past: proctored
Future: will proctor
Present conditional: would proctor
Present Perfect: have proctored (3.person: has proctored)
Past Perfect: had proctored
Future Perfect: will have proctored
Past conditional: would have proctored
© dictionarist.com