Αγγλικά → Ελληνικά - proceed

προφορά
ρήμ. προχωρώ, προέρχομαι, ενεργώ, προβαίνω

Αγγλικά → Αγγλικά - proceed

προφορά
v. continue, carry on; advance, progress, move forward

Αγγλικά → Γαλλικά - proceed

προφορά
v. continuer, poursuivre; progresser

Αγγλικά → Γερμανικά - proceed

προφορά
v. fortsetzen; vorankommen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - proceed

προφορά
v. meneruskan, maju, beralih, berjalan

Αγγλικά → Ιταλικά - proceed

προφορά
v. avanzare, procedere; continuare, proseguire; cominciare; provenire, derivare; (Univ) conseguire

Αγγλικά → Πολωνικά - proceed

προφορά
v. dalej: mówić dalej, przechodzić, kontynuować, przystąpić, przebiec, naprzód: iść naprzód, postępować, zaskarżyć, wydobyć się, przystępować, przebiegać, zaskarżać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - proceed

προφορά
v. proceder, prosseguir; progredir

Αγγλικά → Ρουμανικά - proceed

προφορά
v. continua, vorbi mai departe, proceda, acţiona, mânca mai departe

Αγγλικά → Ρωσικά - proceed

προφορά
г. продолжать; отправляться; продолжать говорить; перейти, приступить; преследовать судебным порядком; получать ученую степень

Αγγλικά → Ισπανικά - proceed

προφορά
v. proceder, proseguir; provenir

Αγγλικά → Τουρκικά - proceed

προφορά
f. ilerlemek, devam etmek, davranmak, girişmek, dava açmak, dava etmek, doktor ünvanı kazanmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - proceed

προφορά
v. продовжувати, відновлювати, робити, тривати, переходити, чинити, діяти, відбуватися, порушувати процес

Αγγλικά → Ολλανδικά - proceed

προφορά
ww. gaan, voortgaan, gaan : verder gaan, vorderen, werk : te werk gaan

Αγγλικά → Αραβικά - proceed

προφορά
‏كمل، نفذ، إنبثق عن، أصدر من، تصرف، سير في موكب، واصل، قاضى، أحدث، تقدم، بدأ، أخذ سبيله للإ نجاز، شرع، ذهب الى، رفع دعوى قضائية، تحرك‏

Αγγλικά → Κινεζικά - proceed

προφορά
(动) 继续进行; 开始, 出发, 着手; 继续做下去; 进行, 开展

Αγγλικά → Κινεζικά - proceed

προφορά
(動) 繼續進行; 開始, 出發, 著手; 繼續做下去; 進行, 開展

Αγγλικά → Χίντι - proceed

προφορά
v. बढ़ना, बढ़ती करना, आगे जाना, प्रवृत्त होना, अभियोग करना, आना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - proceed

προφορά
(動) 進む, 進行する; 取りかかる; 続ける, 継続する

Αγγλικά → Κορεατικά - proceed

προφορά
동. 나아가다, 계속하다; 진행하다, 진출하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - proceed

προφορά
v. làm, hành động, tiếp theo, tiếp diển, đối đải, cư xử, khởi tố, kiện người nào, khởi sự


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: proceeding
Present: proceed (3.person: proceeds)
Past: proceeded
Future: will proceed
Present conditional: would proceed
Present Perfect: have proceeded (3.person: has proceeded)
Past Perfect: had proceeded
Future Perfect: will have proceeded
Past conditional: would have proceeded
© dictionarist.com