Αγγλικά → Ελληνικά - probably

προφορά
επίρ. πιθανώς, πιθανά

Αγγλικά → Αγγλικά - probably

προφορά
adv. almost certainly, very likely, apparently, in all likelihood

Αγγλικά → Γαλλικά - probably

προφορά
adv. probablement, vraisemblablement; selon toute probabilité

Αγγλικά → Γερμανικά - probably

προφορά
adv. vermutlich; wahrscheinlich; durchaus möglich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - probably

προφορά
adv. barangkali, mungkin, kiranya, agaknya, rupanya, kira-kira, kali, mentak, jangan-jangan

Αγγλικά → Ιταλικά - probably

προφορά
avv. forse, probabilmente

Αγγλικά → Πολωνικά - probably

προφορά
adv. prawdopodobnie, przypuszczalnie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - probably

προφορά
adv. provavelmente

Αγγλικά → Ρουμανικά - probably

προφορά
adv. probabil, probabilitate: după toate probabilităţile

Αγγλικά → Ρωσικά - probably

προφορά
нареч. вероятно

Αγγλικά → Ισπανικά - probably

προφορά
adv. probablemente, a lo mejor, posiblemente, presumiblemente, religiosamente, verosímilmente

Αγγλικά → Τουρκικά - probably

προφορά
zf. muhtemelen, olasılıkla, galiba, belki de

Αγγλικά → Ουκρανικά - probably

προφορά
adv. мабуть, можливо, варко, відав, відай, десь, либонь, певно

Αγγλικά → Ολλανδικά - probably

προφορά
adv. waarschijnlijk, vermoedelijk, aannemelijk

Αγγλικά → Αραβικά - probably

προφορά
‏من المحتمل، ربما، على الأرجح، لكن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - probably

προφορά
(副) 大概, 或许

Αγγλικά → Κινεζικά - probably

προφορά
(副) 大概, 或許

Αγγλικά → Χίντι - probably

προφορά
adv. संभवतया, प्रायः, शायद, मुमकिन है

Αγγλικά → Ιαπωνικά - probably

προφορά
(副) 多分; 確かに; おそらく

Αγγλικά → Κορεατικά - probably

προφορά
부. 아마도

Αγγλικά → Βιετναμικά - probably

προφορά
adv. có lẻ thật


dictionary extension
© dictionarist.com