Ιταλικά → Αγγλικά - privativo

προφορά
adj. privative, denying, depriving, withholding

Πορτογαλικά → Αγγλικά - privativo

προφορά
adj. private, intimate

Ισπανικά → Αγγλικά - privativo

προφορά
[privativo] adj. privative, causing deprivation; denying, depriving

Ισπανικά → Γερμανικά - privativo

προφορά
a. entziehend, ausschließend, vereinend, eigentümlich, ausschließlich


dictionary extension
© dictionarist.com