Αγγλικά → Ελληνικά - prior

προφορά
επίρ. πριν
ουσ. ηγούμενος
επίθ. προγενέστερος, πρότερος

Αγγλικά → Αγγλικά - prior

προφορά
n. officer of a monastery, high-ranking member of a religious order
adj. previous, earlier, preceding, antecedent, former
n. prior, officer of a monastery, high-ranking member of a religious order

Αγγλικά → Γαλλικά - prior

προφορά
n. prieur, père supérieur de certains couvents
adj. préalable, prédédent; antérieur

Αγγλικά → Γερμανικά - prior

προφορά
n. Prior, früher
adj. früher, erst(e); vordringlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - prior

προφορά
n. kepala biara
a. dulu: lebih dulu, dahulu: lebih dahulu, sebelumnya, sebelum: yg ada sebelum sesuatu

Αγγλικά → Ιταλικά - prior

προφορά
s. (Rel, Mediev) priore
agg. precedente, anteriore, antecedente; che viene prima, più importante, che ha la precedenza

Αγγλικά → Πολωνικά - prior

προφορά
n. przeor {kośc.}
a. wcześniejszy, uprzedni, ważniejszy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - prior

προφορά
s. prior, superior de um convento
adj. anterior, prévio

Αγγλικά → Ρουμανικά - prior

προφορά
n. arhimandrit, egumen, stareţ
a. anterior, precedent, important: mai important

Αγγλικά → Ρωσικά - prior

προφορά
с. приор, настоятель
прил. прежний, предшествующий, предшествовавший, более важный

Αγγλικά → Ισπανικά - prior

προφορά
s. prior
adj. anterior, anticipado, precedente, previo

Αγγλικά → Τουρκικά - prior

προφορά
i. manastır başrahibi, dini kuruluş yetkilisi, tarikat ileri geleni
s. önceki, eski, sabık, önce, öncelikli, kıdemli

Αγγλικά → Ουκρανικά - prior

προφορά
n. пріор, настоятель, глава фірми
a. попередній, колишній, важливіший, заздалегідний, апріорний

Γερμανικά → Αγγλικά - prior

προφορά
adj. previous, earlier, preceding, antecedent, former

Πορτογαλικά → Αγγλικά - prior

προφορά
n. prelate, prior; priest

Ισπανικά → Αγγλικά - prior

προφορά
n. prior, officer of a monastery, high-ranking member of a religious order

Ολλανδικά → Αγγλικά - prior

προφορά
n. prior

Αγγλικά → Ολλανδικά - prior

προφορά
bn. vroeger, voorgaand, voorafgaand, verleden, eerste
adv. vroeger
zn. prior, oudste, overste, vroegtijdigheid

Γερμανικά → Γαλλικά - prior

προφορά
n. prieur (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - prior

προφορά
n. priore (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - prior

προφορά
n. настоятель (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - prior

προφορά
n. prior (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - prior

προφορά
i. manastır yöneticisi (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - prior

προφορά
n. prior

Αγγλικά → Αραβικά - prior

προφορά
‏له الحق في، رئيس الديرة، مدة رئاسة الديرة، رئاسة الديرة‏
‏سابق، مسبق‏
‏قبل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - prior

προφορά
(名) 小修道院院长; 大修道院副院长
(形) 在先的, 在前的; 优先的, 更重要的; 居先的

Αγγλικά → Κινεζικά - prior

προφορά
(名) 小修道院院長; 大修道院副院長
(形) 在先的, 在前的; 優先的, 更重要的; 居先的

Αγγλικά → Χίντι - prior

προφορά
n. महंत, मठधारी, मठाध्यक्ष
a. प्रधान, आदि का, पूर्वगामी, पहिला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - prior

προφορά
(形) 早い; 先の; 古代の
(名) 小修道院長; 大修道院次長

Αγγλικά → Κορεατικά - prior

προφορά
명. 소 수도원장
형. 이전의, 옛날의

Αγγλικά → Βιετναμικά - prior

προφορά
n. tu viện trưởng, tăng viện trưởng
a. trước, đầu tiên, nguyên thủy

Γερμανικά → Κινεζικά - prior

προφορά
[der] pl.Prioren 小修道院院长。大修道院副院长。女 Priorin

Ισπανικά → Κορεατικά - prior

προφορά
n. 소 수도원장


dictionary extension
© dictionarist.com