Αγγλικά → Ελληνικά - printing

προφορά
επίθ. τυπογραφικός
ουσ. τυπογραφία, τύπωση, εκτύπωση

Αγγλικά → Αγγλικά - printing

προφορά
n. act of imprinting images or words onto paper; printed letters

Αγγλικά → Γαλλικά - printing

προφορά
n. impression; caractère d'imprimerie

Αγγλικά → Γερμανικά - printing

προφορά
[print] v. drucken; abziehen; kopieren; druckfertig
n. (be) drucken, in Druckschrift schreiben

Αγγλικά → Ινδονησιακά - printing

προφορά
n. pencetakan, percetakan, cetakan

Αγγλικά → Ιταλικά - printing

προφορά
s. (Tip, Fot, Tess) stampa; caratteri a stampa; stampatello; stampati; tiratura

Αγγλικά → Πολωνικά - printing

προφορά
n. druk, drukarstwo, poligrafia, typografia

Αγγλικά → Πορτογαλικά - printing

προφορά
s. impressão; letras de imprensa

Αγγλικά → Ρουμανικά - printing

προφορά
n. tipar, tipărit, tipărire, tipar înalt, imprimerie

Αγγλικά → Ρωσικά - printing

προφορά
с. печать, печатное дело, тираж

Αγγλικά → Ισπανικά - printing

προφορά
s. impreso, estampado; impresión, imprenta, positivado, tirada, tiraje; serigrafía

Αγγλικά → Τουρκικά - printing

προφορά
i. basma, tab etme, baskı, tab

Αγγλικά → Ουκρανικά - printing

προφορά
n. друкування, друк, видання: друковане видання, тираж, вибивка, видрукування
a. поліграфічний

Αγγλικά → Ολλανδικά - printing

προφορά
zn. drukken : het drukken, boekdrukkunst, drukkunst, oplaag

Αγγλικά → Αραβικά - printing

προφορά
‏طبع، صناعة الطبع، طبعة، مجموعة نسخ مطبوعة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - printing

προφορά
(名) 印刷, 印花, 印刷术

Αγγλικά → Κινεζικά - printing

προφορά
(名) 印刷, 印花, 印刷術

Αγγλικά → Χίντι - printing

προφορά
n. छपाई, मुद्रण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - printing

προφορά
(名) 印刷; 印刷業; 印刷術; 印刷部数; 焼き付け; 印刷物
(動) 印刷する; 出版する; 活字体で書く; 押しつける; 焼き付ける; プリントする; 刷る

Αγγλικά → Κορεατικά - printing

προφορά
명. 인쇄; 인쇄활자

Αγγλικά → Βιετναμικά - printing

προφορά
n. sự in, sự ấn loát, sự rửa hình


dictionary extension
© dictionarist.com