Αγγλικά → Ελληνικά - principle

προφορά
ουσ. αρχή, αξίωμα, στοιχείο

Αγγλικά → Αγγλικά - principle

προφορά
n. doctrine, tenet, precept; fundamental law, primary law on which other laws are based

Αγγλικά → Γαλλικά - principle

προφορά
n. principe; loi

Αγγλικά → Γερμανικά - principle

προφορά
n. Prinzip; Grundsatz

Αγγλικά → Ινδονησιακά - principle

προφορά
n. rukun, asas, dasar, basis, sendi, kaidah, pendirian, prinsip

Αγγλικά → Ιταλικά - principle

προφορά
s. principio, legge; regola di vita; rettitudine, integrità morale, probità; dottrina, teoria

Αγγλικά → Πολωνικά - principle

προφορά
n. podstawa, zasada, prawo, reguła, składnik {chem.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - principle

προφορά
s. princípio; lei

Αγγλικά → Ρουμανικά - principle

προφορά
n. principiu, lege, regulă, concepţie, cauză primară

Αγγλικά → Ρωσικά - principle

προφορά
с. принцип, правило, закон, принцип устройства, источник, первопричина, причина, составная часть, элемент

Αγγλικά → Ισπανικά - principle

προφορά
s. principio, ley, ley fundamental; motivo

Αγγλικά → Τουρκικά - principle

προφορά
i. ana, esas, prensip, ilke, kaynak, köken, kaide, tamamlayıcı unsur

Αγγλικά → Ουκρανικά - principle

προφορά
n. принцип, основа, норма, джерело, першопричина, елемент, догма, положення, правило

Αγγλικά → Ολλανδικά - principle

προφορά
zn. beginsel, grondbeginsel, bron, principe, stelregel, element, bestanddeel

Αγγλικά → Αραβικά - principle

προφορά
‏قاعدة، مبدأ، قاعدة مبدأ، معتقد رئيسي، قاعدة عمل أو سلوك، أصل، مصدر، جوهر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - principle

προφορά
(名) 原则; 主义; 原理; 信条

Αγγλικά → Κινεζικά - principle

προφορά
(名) 原則; 主義; 原理; 信條

Αγγλικά → Χίντι - principle

προφορά
n. सिद्धांत, ईमानदारी, विशिष्ट तत्त्व, आचार, नियम

Αγγλικά → Ιαπωνικά - principle

προφορά
(名) 原理; 主義; 基本方針; 規範; 原則

Αγγλικά → Κορεατικά - principle

προφορά
명. 원리, 원칙, 주의; 기본법

Αγγλικά → Βιετναμικά - principle

προφορά
n. mối khởi đầu, nguồn gốc căn bản, nguyên tắc, nguyên chất


© dictionarist.com