Γαλλικά → Αγγλικά - principe

προφορά
(m) n. principle, standard

Ιταλικά → Αγγλικά - principe

προφορά
n. prince, son of a king, ruler

Ισπανικά → Αγγλικά - principe

prince, noble, heir

Ολλανδικά → Αγγλικά - principe

προφορά
n. principle, maxim

Γαλλικά → Γερμανικά - principe

προφορά
n. doktrin, grundsatz, bestandteil, wirkstoff, ursprung, urgrund, prinzip

Γαλλικά → Ιταλικά - principe

προφορά
1. (raisonnement) principio (m)
2. (moralité) principio (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - principe

προφορά
1. (raisonnement) princípio (m)
2. (moralité) princípio (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - principe

προφορά
n. принцип (m), правило (m), первопричина (m), начало (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - principe

προφορά
1. (raisonnement) principio (m)
2. (moralité) principio (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - principe

προφορά
[le] ilke, prensip

Ιταλικά → Γαλλικά - principe

προφορά
(nobiltà - uomo) prince (m)

Ιταλικά → Γερμανικά - principe

προφορά
n. herrscher, fürst, prinz, könig

Ολλανδικά → Γαλλικά - principe

προφορά
1. (redenering) principe (m)
2. (moraliteit) principe (m)
3. (moreel gedrag) précepte (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - principe

προφορά
1. (raisonnement) principe (n); grondbeginsel (n); uitgangspunt (n); grondbegrip (n); grondslag (m)
2. (moralité) principe (n); stelregel (m)

Γερμανικά → Κινεζικά - principe

προφορά
普林西比岛。在非洲西海岸。


dictionary extension
© dictionarist.com