Αγγλικά → Ελληνικά - princely

προφορά
επίθ. ηγεμονικός

Αγγλικά → Αγγλικά - princely

προφορά
adj. characteristic of a prince, like a prince; noble, aristocratic, stately

Αγγλικά → Γαλλικά - princely

προφορά
adj. avec altesse; du roi

Αγγλικά → Γερμανικά - princely

προφορά
adj. fürstlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - princely

προφορά
a. pangeran: berkenaan dgn pangeran, bangsawan: seperti bangsawan, bangsawan: yg mirip bangsawan, mewah: sangat mewah, indah: sangat indah

Αγγλικά → Ιταλικά - princely

προφορά
agg. principesco; sontuoso, sfarzoso

Αγγλικά → Πολωνικά - princely

προφορά
a. książęcy, królewski

Αγγλικά → Πορτογαλικά - princely

προφορά
adj. principesco; nobre; magnífico

Αγγλικά → Ρουμανικά - princely

προφορά
a. prinţ: de prinţ, princiar, nobil: de nobil, măreţ, splendid, somptuos

Αγγλικά → Ρωσικά - princely

προφορά
прил. царственный, великолепный, роскошный

Αγγλικά → Ισπανικά - princely

προφορά
adj. principesco

Αγγλικά → Τουρκικά - princely

προφορά
s. prenslere yaraşır, hatırı sayılır, prens gibi, soylu, şahane

Αγγλικά → Ουκρανικά - princely

προφορά
a. князівський, царствений, величний, чудовий

Αγγλικά → Ολλανδικά - princely

προφορά
bn. prinselijk, vorstelijk

Αγγλικά → Αραβικά - princely

προφορά
‏أميري، سخي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - princely

προφορά
(形) 王侯的; 高贵的; 王子的; 尊严的

Αγγλικά → Κινεζικά - princely

προφορά
(形) 王侯的; 高貴的; 王子的; 尊嚴的

Αγγλικά → Χίντι - princely

προφορά
a. शानदार, उदार, राजसी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - princely

προφορά
(形) 王子の; 王子にふさわしい; 高貴な

Αγγλικά → Κορεατικά - princely

προφορά
형. 왕자같은, 당당한; 귀족같은, 고귀한

Αγγλικά → Βιετναμικά - princely

προφορά
a. như vua, như hoàng tử, như ông hoàng, tráng lệ


dictionary extension
© dictionarist.com