Αγγλικά → Ελληνικά - primordial

προφορά
ουσ. πρωτογενής
επίθ. αρχέγονος, αρχικός, πρωταρχικός

Αγγλικά → Αγγλικά - primordial

προφορά
adj. early, primitive; ancient, primeval; initial, from the beginning; original
adj. primordial, paramount; primeval, primary
adj. capital; primordial, primitive

Αγγλικά → Γαλλικά - primordial

προφορά
adj. primordial; fondamental; excellent; premier; primaire; originaire

Αγγλικά → Γερμανικά - primordial

προφορά
adj. ursprünglich, uranfänglich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - primordial

προφορά
a. mula-mula: yg mula-mula, purba, purbakala, permulaan: yg ada sejak permulaan

Αγγλικά → Ιταλικά - primordial

προφορά
agg. primordiale, antico, primitivo

Αγγλικά → Πολωνικά - primordial

προφορά
a. pierwotny, początkowy, zasadniczy, podstawowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - primordial

προφορά
adj. primordial, primitivo; antigo; antiquado; original; ancestral

Αγγλικά → Ρουμανικά - primordial

προφορά
a. primordial

Αγγλικά → Ρωσικά - primordial

προφορά
прил. исконный, изначальный, первобытный

Αγγλικά → Ισπανικά - primordial

προφορά
adj. primordial, esencial, fundamental, primario, primigenio

Αγγλικά → Τουρκικά - primordial

προφορά
s. başlangıçta var olan, ilk, ilkel, en eski

Αγγλικά → Ουκρανικά - primordial

προφορά
a. початковий, одвічний, зародковий, зачатковий

Γαλλικά → Αγγλικά - primordial

προφορά
adj. primordial, paramount; primeval, primary

Γερμανικά → Αγγλικά - primordial

προφορά
adj. primordial

Πορτογαλικά → Αγγλικά - primordial

προφορά
adj. cardinal, capital; head; main, prime; primordial

Ρουμανικά → Αγγλικά - primordial

a. primordial, initial, primary, essential, absolute, foremost
adv. primordially, essentially, foremost

Ισπανικά → Αγγλικά - primordial

προφορά
[primordial] adj. capital; primordial, primitive

Αγγλικά → Ολλανδικά - primordial

προφορά
bn. oer, oorspronkelijk

Γαλλικά → Γερμανικά - primordial

προφορά
adj. wesentlich, entscheidend, erstrangig, primordial, übergeordnet, eminent

Γαλλικά → Ιταλικά - primordial

προφορά
1. (général) primordiale; antichissimo
2. (importance) principale

Γαλλικά → Πορτογαλικά - primordial

προφορά
1. (général) primitivo; antigo; prisco literature; primordial
2. (importance) primordial; principal

Γαλλικά → Ρωσικά - primordial

προφορά
a. первостепенный, исконный, первоначальный, основной

Γαλλικά → Ισπανικά - primordial

προφορά
1. (général) primitivo; primordial
2. (importance) principal; primordial

Γαλλικά → Τουρκικά - primordial

προφορά
en ilk, en eski; çok önemli

Γερμανικά → Γαλλικά - primordial

προφορά
adj. primordial

Γερμανικά → Ιταλικά - primordial

προφορά
adj. primordiale

Γερμανικά → Ρωσικά - primordial

προφορά
adj. исконный

Πορτογαλικά → Γαλλικά - primordial

προφορά
1. (geral) primordial; originel
2. (importância) primaire; premier; principal; maître; primordial; suprême; d'une suprême importance; de la plus haute importance

Ισπανικά → Γαλλικά - primordial

προφορά
1. (general) primordial
2. (importancia) principal; primordial

Ισπανικά → Γερμανικά - primordial

προφορά
a. ursprünglich, uranfänglich, grundlegend, wesentlich, elementar

Γαλλικά → Ολλανδικά - primordial

προφορά
1. (général) oer-; oorspronkelijk; primordiaal
2. (importance) doorslaggevend

Αγγλικά → Αραβικά - primordial

προφορά
‏بدائي، أصلي، أساسى‏

Αγγλικά → Κινεζικά - primordial

προφορά
(形) 原始的; 根本的; 最初的

Αγγλικά → Κινεζικά - primordial

προφορά
(形) 原始的; 根本的; 最初的

Αγγλικά → Χίντι - primordial

προφορά
a. आदि का, बीजभूत, मौलिक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - primordial

προφορά
(形) 早期の; 古代の; 原型の; 原始の

Αγγλικά → Κορεατικά - primordial

προφορά
형. 원시의

Αγγλικά → Βιετναμικά - primordial

προφορά
a. đầu tiên, ban sơ, nguyên thủy

Ισπανικά → Κορεατικά - primordial

προφορά
adj. 원시의


dictionary extension
© dictionarist.com