Ιταλικά → Αγγλικά - primario

προφορά
adj. primary, prime, leading, paramount, primal, main

Ισπανικά → Αγγλικά - primario

προφορά
adj. primary; primitive

Ιταλικά → Γαλλικά - primario

προφορά
(importanza) primaire; premier; principal; maître

Ιταλικά → Γερμανικά - primario

προφορά
adj. elementar, primär

Ισπανικά → Γερμανικά - primario

προφορά
a. ursprünglich, primär

Ισπανικά → Ρωσικά - primario

προφορά
adj. первоначальный

Ισπανικά → Κορεατικά - primario

προφορά
adj. 최초의, 기본


© dictionarist.com