Γαλλικά → Αγγλικά - preuve

προφορά
(f) n. evidence, proof; substantiation

Γαλλικά → Γερμανικά - preuve

προφορά
n. beweis, nachweis, ausweis, zeugnis

Γαλλικά → Ιταλικά - preuve

προφορά
1. (faits) prova (f)
2. (théorie) dimostrazione (f); prova (f)
3. (droit) prova (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - preuve

προφορά
1. (faits) prova (f)
2. (théorie) demonstração (f); prova (f)
3. (droit) prova (f); evidência (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - preuve

προφορά
n. доказательство (f), улика (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - preuve

προφορά
1. (faits) prueba (f)
2. (théorie) demostración (f); prueba (f)
3. (droit) evidencia (f); prueba (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - preuve

προφορά
[la] kanıt, delil; sağlama; prova

Γαλλικά → Ολλανδικά - preuve

προφορά
1. (faits) bewijs (n)
2. (théorie) demonstratie (f); bewijs (n)
3. (droit) bewijs (n); bewijsmateriaal (n)


dictionary extension
© dictionarist.com