Αγγλικά → Ελληνικά - preparing

προφορά
[prepare] ρήμ. προπαρασκευάζω, προετοιμάζω, παρασκευάζω, ετοιμάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - preparing

προφορά
n. act of making ready, act of putting into the proper condition; act of getting oneself ready

Αγγλικά → Γαλλικά - preparing

προφορά
n. préparation, préparatifs; consolidation

Αγγλικά → Γερμανικά - preparing

προφορά
[prepare] v. zubereiten; vorbereiten; fertigmachen; präparieren
n. Vorbereitung; Zubereitung; Ausbildung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - preparing

προφορά
v. mempersiapkan, menyiapkan, membuat, menyediakan, mengolah, mempersediakan

Αγγλικά → Ιταλικά - preparing

προφορά
s. preparazione

Αγγλικά → Πολωνικά - preparing

προφορά
v. przygotować, przygotować się, przyrządzać, gotować, przyszykować, ugotować, gotować się, preparować, przysposabiać, uszykować, naszykować, narządzać, opatrywać, urządzić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - preparing

προφορά
s. preparação, ajuste

Αγγλικά → Ρουμανικά - preparing

προφορά
v. pregăti, prepara, se pregăti, redacta, găti, fabrica, studia, echipa, griji, executa, face

Αγγλικά → Ρωσικά - preparing

προφορά
с. подготовка

Αγγλικά → Ισπανικά - preparing

προφορά
s. preparación; preparamiento; adiestramiento

Αγγλικά → Τουρκικά - preparing

προφορά
[prepare] f. hazırlamak, düzmek, hazırlık yapmak

Αγγλικά → Αραβικά - preparing

προφορά
استعد, تأهب, حضر, جهز, هيأ, أعد حضر, دبر, ركب

Αγγλικά → Κινεζικά - preparing

προφορά
[prepare] (动) 准备; 筹备, 筹划; 使...准备好; 做; 准备, 预备

Αγγλικά → Κινεζικά - preparing

προφορά
[prepare] (動) 準備; 籌備, 籌劃; 使...準備好; 做; 準備, 預備

Αγγλικά → Χίντι - preparing

προφορά
n. उपक्रम

Αγγλικά → Ιαπωνικά - preparing

προφορά
(名) 準備, 用意
(動) 準備する, 用意する; 覚悟する

Αγγλικά → Κορεατικά - preparing

προφορά
명. 준비상태를 갖추기; 준비하기

Αγγλικά → Βιετναμικά - preparing

προφορά
v. chuẩn bị, làm đồ ăn, soạn văn kiện, sửa soạn, thảo văn kiện, dự bị


© dictionarist.com