Πορτογαλικά → Αγγλικά - preliminar

προφορά
n. preliminary, advance

Ρουμανικά → Αγγλικά - preliminar

n. preliminary
a. preliminary, initiative, initiatory, introductory, preparative, tentative

Ισπανικά → Αγγλικά - preliminar

προφορά
adj. preliminary, introductory, prelusive

Πορτογαλικά → Γαλλικά - preliminar

προφορά
(geral) préliminaire; d'introduction

Ισπανικά → Γαλλικά - preliminar

προφορά
1. (general) préliminaire; d'introduction
2. (preparatorio) préparatoire; préalable

Ισπανικά → Γερμανικά - preliminar

προφορά
a. vorläufig, einleitend

Ισπανικά → Ρωσικά - preliminar

προφορά
adj. предварительный, вводный

Ισπανικά → Κορεατικά - preliminar

προφορά
adj. 사전의


dictionary extension
© dictionarist.com