Αγγλικά → Ελληνικά - precursor

προφορά
ουσ. πρόδρομος, προάγγελος

Αγγλικά → Αγγλικά - precursor

προφορά
n. precedent, antecedent; predecessor (in a job or position); herald or harbinger; announcer, crier
adj. precursive, precursory
n. precursor, forerunner; harbinger, herald

Αγγλικά → Γαλλικά - precursor

προφορά
n. précurseur

Αγγλικά → Γερμανικά - precursor

προφορά
n. Vorbote, Vorläufer, Vorgänger

Αγγλικά → Ινδονησιακά - precursor

προφορά
n. tanda, pendahulu, pelopor, perintis jalan

Αγγλικά → Ιταλικά - precursor

προφορά
s. predecessore; precursore, antesignano; foriero, messaggero

Αγγλικά → Πολωνικά - precursor

προφορά
n. zwiastun, prekursor, poprzednik

Αγγλικά → Πορτογαλικά - precursor

προφορά
s. precursor; anterior (no cargo, etc); anunciador

Αγγλικά → Ρουμανικά - precursor

προφορά
n. înaintaş, precursor, vestitor, prevestitor

Αγγλικά → Ρωσικά - precursor

προφορά
с. предшественник, предтеча, предвестник

Αγγλικά → Ισπανικά - precursor

προφορά
s. precursor, predecesor

Αγγλικά → Τουρκικά - precursor

προφορά
i. haberci, müjdeci, önceki görevli, öncü

Αγγλικά → Ουκρανικά - precursor

προφορά
n. попередник, провісник, передвісник

Πορτογαλικά → Αγγλικά - precursor

προφορά
n. pacemaker, pacesetter; forerunner, harbinger; herald, pioneer; precursor

Ρουμανικά → Αγγλικά - precursor

n. forerunner, precursor, predecessor

Ισπανικά → Αγγλικά - precursor

προφορά
adj. precursive, precursory

Αγγλικά → Ολλανδικά - precursor

προφορά
zn. voorloper, voorbode

Πορτογαλικά → Γαλλικά - precursor

προφορά
1. (geral) précurseur; avant-coureur
2. (invenção) précurseur (m)
3. (futuro - homem) avant-coureur (m); précurseur (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - precursor

προφορά
1. (general) précurseur; avant-coureur 2. (invención) précurseur (m)
3. (futuro) signe avant-coureur; signe précurseur; présage (m) 4. (futuro - hombre) avant-coureur (m); précurseur (m)
5. (trabajo - hombre) prédécesseur (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - precursor

προφορά
n. vorläufer, vorbote, vorkämpfer, wegbereiter, schrittmacher, pionier
a. vorangehend, bahnbrechend

Αγγλικά → Αραβικά - precursor

προφορά
‏سابقة في المنصب، بشير، نذير، رائد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - precursor

προφορά
(名) 先驱者, 先进者, 前导

Αγγλικά → Κινεζικά - precursor

προφορά
(名) 先驅者, 先進者, 前導

Αγγλικά → Χίντι - precursor

προφορά
n. अग्र-दूत, आगे जानेवाला, अग्रगामी, प्रणेता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - precursor

προφορά
(名) 先駆者; 前兆, 前触れ

Αγγλικά → Κορεατικά - precursor

προφορά
명. 선구자, 전임자, 전조, 선구 물질, 전구 물질

Αγγλικά → Βιετναμικά - precursor

προφορά
n. người đi trước, người đến trước, người báo tin trước

Γερμανικά → Κινεζικά - precursor

προφορά
[der] 先驱。先驱者。前导。

Ισπανικά → Κορεατικά - precursor

προφορά
n. 전임자


dictionary extension
© dictionarist.com