Πορτογαλικά → Αγγλικά - precioso

προφορά
adj. gold, golden; orient; precious, valuable

Ισπανικά → Αγγλικά - precioso

προφορά
adj. precious; nice, lovely; beautiful

Πορτογαλικά → Γαλλικά - precioso

προφορά
1. (importância) précieux; inestimable; cher
2. (dinheiro) de valeur; de grand prix

Ισπανικά → Γαλλικά - precioso

προφορά
1. (importancia) précieux; inestimable
2. (dinero) de valeur; de grand prix
3. (bonito) beau; joli

Ισπανικά → Γερμανικά - precioso

προφορά
a. kostbar, wertvoll, teuer, prächtig, reizend, edel, herzallerliebste, nett, hübsch, süß

Ισπανικά → Ρωσικά - precioso

προφορά
adj. ценный, прекрасный

Ισπανικά → Κορεατικά - precioso

προφορά
adj. 고가의, 귀중한


© dictionarist.com