Αγγλικά → Ελληνικά - preceding

προφορά
επίθ. προηγούμενος

Αγγλικά → Αγγλικά - preceding

προφορά
adj. coming before, previous, prior

Αγγλικά → Γαλλικά - preceding

προφορά
adj. précédent

Αγγλικά → Γερμανικά - preceding

προφορά
[precede] v. vorausgehen; vorangehen; rangieren vor
adj. vorangehend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - preceding

προφορά
a. terdahulu, mendahului

Αγγλικά → Ιταλικά - preceding

προφορά
agg. precedente

Αγγλικά → Πολωνικά - preceding

προφορά
a. poprzedzający, powyższy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - preceding

προφορά
adj. precedente, anterior

Αγγλικά → Ρουμανικά - preceding

προφορά
a. precedent, prealabil, premergător

Αγγλικά → Ρωσικά - preceding

προφορά
прил. предшествующий

Αγγλικά → Ισπανικά - preceding

προφορά
adj. precedente, antecedente

Αγγλικά → Τουρκικά - preceding

προφορά
s. önceki, önce gelen

Αγγλικά → Ουκρανικά - preceding

προφορά
a. попередній

Αγγλικά → Ολλανδικά - preceding

προφορά
bn. voorrafgaand

Αγγλικά → Αραβικά - preceding

προφορά
‏سابق، سالف، متقدم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - preceding

προφορά
(形) 在前的, 在先的; 前面的

Αγγλικά → Κινεζικά - preceding

προφορά
(形) 在前的, 在先的; 前面的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - preceding

προφορά
(形) 前の; 前述の; 先行する
(動) 先に行く; 先に来る; 前に行く; 先行する; 先発する

Αγγλικά → Κορεατικά - preceding

προφορά
형. 선행하는, 앞선

Αγγλικά → Βιετναμικά - preceding

προφορά
n. sự tiền lệ


dictionary extension
© dictionarist.com