Ισπανικά → Αγγλικά - práctica

προφορά
n. practicing, praxis, practice, practising, obse

Ισπανικά → Γαλλικά - práctica

προφορά
1. (general) pratique (f) 2. (instrucción) exercice (m)
3. (hábito) pratique (f); habitude (f); coutume (m) 4. (profesión) pratique (f)
5. (medicina) cabinet (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - práctica

προφορά
n. übung, einübung, ausübung, schulung, geübtheit, fertigkeit, erfahrung, praxis, praktik, routine, brauch

Ισπανικά → Ρωσικά - práctica

προφορά
n. практика, обычай

Ισπανικά → Κορεατικά - práctica

προφορά
n. 실시, 예배식


dictionary extension
© dictionarist.com