Γαλλικά → Αγγλικά - postulat

προφορά
(m) n. postulate

Γερμανικά → Αγγλικά - postulat

προφορά
(das) n. postulate, assumption, premise, basic principle, fundamental tenet, axiom, fact that requires no proof

Πολωνικά → Αγγλικά - postulat

n. postulate, demand, stipulation, requirement

Τουρκικά → Αγγλικά - postulat

axiom, postulate

Γαλλικά → Γερμανικά - postulat

προφορά
n. postulat

Γαλλικά → Ρωσικά - postulat

προφορά
n. предварительный: предварительное условие (m)

Γερμανικά → Γαλλικά - postulat

προφορά
n. postulat (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - postulat

προφορά
n. postulato (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - postulat

προφορά
n. постулат (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - postulat

προφορά
n. postulado (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - postulat

προφορά
i. istek (n), konut (n), postulat (n)

Τουρκικά → Γαλλικά - postulat

[le] mant. postulat

Τουρκικά → Γερμανικά - postulat

n. Postulat

Τουρκικά → Ρωσικά - postulat

n. постулат (M)

Γερμανικά → Κινεζικά - postulat

προφορά
[das] 要求。先决条件。假定。理论。假设。基本条件。预备期。考验期。


dictionary extension
© dictionarist.com