Αγγλικά → Ελληνικά - polite

προφορά
επίθ. ευγενικός, ευγενής

Αγγλικά → Αγγλικά - polite

προφορά
adj. courteous, having good manners; gentle, genial, kind
v. polish, brush, buff, make glossy

Αγγλικά → Γαλλικά - polite

προφορά
adj. poli, aimable

Αγγλικά → Γερμανικά - polite

προφορά
adj. höflich; hervorkommend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - polite

προφορά
a. beradab, sopan, sopan santun, terpilih, bahasa: yg halus budi bahasanya, halus

Αγγλικά → Ιταλικά - polite

προφορά
agg. educato, garbato, cortese, gentile; raffinato, fine

Αγγλικά → Πολωνικά - polite

προφορά
a. grzeczny, uprzejmy, uprzejmościowy, grzecznościowy, ugrzeczniony, dobrze wychowany, układny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - polite

προφορά
adj. delicado; educado

Αγγλικά → Ρουμανικά - polite

προφορά
a. politicos, amabil, elegant, clasic, galant, gentil

Αγγλικά → Ρωσικά - polite

προφορά
прил. вежливый, учтивый, любезный, обходительный, благовоспитанный, изысканный, утонченный, изящный

Αγγλικά → Ισπανικά - polite

προφορά
adj. educado, atento, bien educado, correcto, cortés, cortesano, urbano

Αγγλικά → Τουρκικά - polite

προφορά
s. kibar, nazik, terbiyeli, ince

Αγγλικά → Ουκρανικά - polite

προφορά
a. ввічливий, люб'язний, вишуканий, чемний

Αγγλικά → Ολλανδικά - polite

προφορά
bn. beleefd, beschaafd, welgemanierd, heus, wellevend

Αγγλικά → Αραβικά - polite

προφορά
‏مهذب، لطيف، مؤدب، كيس، رفيع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - polite

προφορά
(形) 有礼貌的, 客气的, 文雅的

Αγγλικά → Κινεζικά - polite

προφορά
(形) 有禮貌的, 客氣的, 文雅的

Αγγλικά → Χίντι - polite

προφορά
a. शिष्ट, विनीत, सभ्य, शिष्टाचर-युक्त, भद्र

Αγγλικά → Ιαπωνικά - polite

προφορά
(形) 礼儀正しい; 儀礼的な; 上品ぶった

Αγγλικά → Κορεατικά - polite

προφορά
형. 공손한, 세련된; 고상한

Αγγλικά → Βιετναμικά - polite

προφορά
a. lịch sự, lể phép, có học thức


dictionary extension
© dictionarist.com