Αγγλικά → Ελληνικά - policy

προφορά
ουσ. πολιτική, τακτική, συμβόλαιο ασφάλειας, ασφαλιστικό συμβόλαιο

Αγγλικά → Αγγλικά - policy

προφορά
n. course or method of action, guidelines; position, standpoint; insurance contract

Αγγλικά → Γαλλικά - policy

προφορά
n. politique; ligne de conduite; tactique, méthode; police d'assurance

Αγγλικά → Γερμανικά - policy

προφορά
n. Politik; Methode, Taktik; Status; Versicherungsschein; Police

Αγγλικά → Ινδονησιακά - policy

προφορά
n. politik, haluan negara, kebijaksanaan, polis

Αγγλικά → Ιταλικά - policy

προφορά
s. politica, linea di condotta; indirizzo; azione prudente, comportamento accorto; prudenza, accortezza, sagacia, oculatezza; astuzia, avvedutezza, scaltrezza

Αγγλικά → Πολωνικά - policy

προφορά
n. polityka, linia polityczna, taktyka, dyplomacja, polisa, rodzaj loterii liczbowej

Αγγλικά → Πορτογαλικά - policy

προφορά
s. política; posição, contenda; apólice (de seguros)

Αγγλικά → Ρουμανικά - policy

προφορά
n. tactică, metodă, diplomaţie

Αγγλικά → Ρωσικά - policy

προφορά
с. политика, линия поведения; курс, установка; политичность, хитрость, ловкость; страховой полис, полис

Αγγλικά → Ισπανικά - policy

προφορά
s. política, modo de obrar, plan de acción; póliza; lotería clandestina; principio

Αγγλικά → Τουρκικά - policy

προφορά
i. politika, siyaset, hareket tarzı, önlem, tedbir, poliçe, sigorta belgesi

Αγγλικά → Ουκρανικά - policy

προφορά
n. політика, поведінка: лінія поведінки, політичність, спритність, страховий поліс

Αγγλικά → Ολλανδικά - policy

προφορά
zn. staatsbeleid, politiek, staatkunde, staatsmanswijsheid, overleg, omzichtigheid, polis

Αγγλικά → Αραβικά - policy

προφορά
‏حكمة، سياسة، السياسة العامة، خطة العمل، دهاء سياسي، وثيقة التأمين، بوليصة، سند، خطة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - policy

προφορά
(名) 政策, 方针; 策略, 手段#保险单; 保险

Αγγλικά → Κινεζικά - policy

προφορά
(名) 政策, 方針; 策略, 手段#保險單; 保險

Αγγλικά → Χίντι - policy

προφορά
n. राज-नीति, राज-शासन पद्धति, नीतिज्ञता, युक्ति, कूट-नीति, चतुराई, जान-बीमे का प्रमाणपत्र

Αγγλικά → Ιαπωνικά - policy

προφορά
(名) 政策; 方針; 方策; 行動; 分別; 保険証券

Αγγλικά → Κορεατικά - policy

προφορά
명. 정책, 행동방침; 입장, 견지; 보험증권

Αγγλικά → Βιετναμικά - policy

προφορά
n. khế ước bảo hiểm, chánh trị, chánh sách, mưu kế, mưu mẹo, quyền hành


dictionary extension
© dictionarist.com