Αγγλικά → Ελληνικά - poise

προφορά
ουσ. αξιοπρέπεια, παράστημα, ευστάθεια, ισορροπία
ρήμ. αντισταθμίζω, ισορροπώ

Αγγλικά → Αγγλικά - poise

προφορά
n. stability; balance, equilibrium; composure, confidence; reasoning, discretion; erectness, uprightness
v. balance; stabilize; hang, suspend

Αγγλικά → Γαλλικά - poise

προφορά
n. calme, sang froid ; équilibre; placer en équilibre
v. équilibre; porter

Αγγλικά → Γερμανικά - poise

προφορά
n. Haltung; Selbstsicherheit; Selbstvertrauen
v. balancieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - poise

προφορά
n. seimbang: sikap seimbang, seimbang: keadaan seimbang, tenang: sikap tenang, keyakinan akan diri sendiri
v. memperseimbangkan, menyeimbangkan, memperimbangkan, berhenti

Αγγλικά → Ιταλικά - poise

προφορά
s. equilibrio; (fig) posatezza, compostezza, calma; padronanza di sé; portamento, atteggiamento; il librarsi
v. tenere in equilibrio, bilanciare; tenere sospeso, tenere a mezz'aria; tenere pronto; (rifl) farsi coraggio

Αγγλικά → Πολωνικά - poise

προφορά
n. ciężar, równowaga, sposób poruszania się, postawa, opanowanie
v. równoważyć, powietrze: trzymać w powietrzu

Αγγλικά → Πορτογαλικά - poise

προφορά
s. equilíbrio; estabilidade ; segurança; indecisão; raciocínio
v. equilibrar; balancear; aprumar

Αγγλικά → Ρουμανικά - poise

προφορά
n. stabilitate, calm, ezitare, postură, greutate, pendulă
v. echilibra, ţine, echilibra: se echilibra, menţine echilibru

Αγγλικά → Ρωσικά - poise

προφορά
с. равновесие, выдержка, самообладание, посадка головы, осанка
г. держать равновесие, балансировать, уравновешивать, держать, висеть в воздухе, парить, поднять для броска, взвешивать

Αγγλικά → Ισπανικά - poise

προφορά
s. equilibrio, balance; aplomo, compostura, ecuanimidad, igualdad de ánimo; poise
v. equilibrar, poner en equilibrio; estar suspendido

Αγγλικά → Τουρκικά - poise

προφορά
f. dengede tutmak, dengelemek, asılı durmak, havada durmak, dik tutmak (baş), kaldırmak (baş)
i. denge, duruş, havada asılı kalma, dengelilik, temkin, kendine hakim olma

Αγγλικά → Ουκρανικά - poise

προφορά
n. рівновага, урівноваженість, витримка, постава, вагання, гиря
v. урівноважувати, балансувати, тримати, ширяти

Γερμανικά → Αγγλικά - poise

προφορά
v. balance; stabilize; hang, suspend

Ισπανικά → Αγγλικά - poise

προφορά
n. poise

Αγγλικά → Ολλανδικά - poise

προφορά
zn. zelfbeheersing, houding, onzekerheid, evenwicht
ww. balanceren, evenwicht : in evenwicht zijn

Αγγλικά → Αραβικά - poise

προφορά
‏توازن، رباطة جأش، إتزان، هيئة رفيعة، وقار، طريقة المرء في المشي‏
‏حفظ توازنه، وازن، رفرف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - poise

προφορά
(名) 镇定, 镇静; 姿势, 姿态; 自信; 平衡, 平稳
(动) 使平衡; 把...拿着不动; 使平稳; 使...悬着不动; 平衡; 作好准备; 悬着; 犹豫不决

Αγγλικά → Κινεζικά - poise

προφορά
(名) 鎮定, 鎮靜; 姿勢, 姿態; 自信; 平衡, 平穩
(動) 使平衡; 把...拿著不動; 使平穩; 使...懸著不動; 平衡; 作好準備; 懸著; 猶豫不決

Αγγλικά → Χίντι - poise

προφορά
n. संतुलन, असमंजस, भार तुल्यता, पसँघा
v. सम भार करना, तौलना, संतुलित रखना, सहारा देना, पसँघा करना, परीक्षा लेना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - poise

προφορά
(動) 釣り合わせる; 構える; 宙にかかる; 釣り合う
(名) つり合い; 落ち着き; 身のこなし

Αγγλικά → Κορεατικά - poise

προφορά
명. 균형이 잡힘; 평형, 균형; 평정; 분별, 신중; 꼿꼿함
동. 균형을 잡다; 안정되게 하다; 매달다

Αγγλικά → Βιετναμικά - poise

προφορά
n. thế thăng bằng, sự ngang nhau, sự cân nhau
v. làm cho thăng bằng, làm cho ngang nhau, làm cho cân nhau


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: poising
Present: poise (3.person: poises)
Past: poised
Future: will poise
Present conditional: would poise
Present Perfect: have poised (3.person: has poised)
Past Perfect: had poised
Future Perfect: will have poised
Past conditional: would have poised
© dictionarist.com