Αγγλικά → Ελληνικά - poetic

προφορά
επίθ. ποιητικός

Αγγλικά → Αγγλικά - poetic

προφορά
adj. of poetry; lyrical; having the qualities of a poem

Αγγλικά → Γαλλικά - poetic

προφορά
adj. poétique, chant

Αγγλικά → Γερμανικά - poetic

προφορά
adj. poetisch, dichterisch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - poetic

προφορά
a. puitis, kebujanggaan, berbentuk sajak, berbentuk syair

Αγγλικά → Ιταλικά - poetic

προφορά
agg. poetico; romantico, sentimentale; celebrato in poesia, cantato

Αγγλικά → Πολωνικά - poetic

προφορά
a. poetycki, poetyczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - poetic

προφορά
adj. poético; músico; cântico

Αγγλικά → Ρουμανικά - poetic

προφορά
a. poetic

Αγγλικά → Ρωσικά - poetic

προφορά
прил. стихотворный, поэтический, поэтичный, возвышенный

Αγγλικά → Ισπανικά - poetic

προφορά
adj. poético, poemático

Αγγλικά → Τουρκικά - poetic

προφορά
s. şiirsel, şairane, şiir, romantik

Αγγλικά → Ουκρανικά - poetic

προφορά
a. поетичний, віршований

Ρουμανικά → Αγγλικά - poetic

a. poetic, poetical
a. angelic

Αγγλικά → Ολλανδικά - poetic

προφορά
bn. dichterlijk, poetisch

Αγγλικά → Αραβικά - poetic

προφορά
‏شاعري، ذو موهبة شعرية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - poetic

προφορά
(形) 诗的, 诗人的, 诗意的

Αγγλικά → Κινεζικά - poetic

προφορά
(形) 詩的, 詩人的, 詩意的

Αγγλικά → Χίντι - poetic

προφορά
a. कविता-संबंधी, काव्यगत, कवित्वपूर्ण, प्राकृतवादी, पुरजोश, तेजस्वी, उच्च, उन्नत

Αγγλικά → Ιαπωνικά - poetic

προφορά
(形) 詩の; 詩的な; 詩人の; 詩の形をとった

Αγγλικά → Κορεατικά - poetic

προφορά
형. 시의; 시적인; 서정적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - poetic

προφορά
a. thuộc về thơ, thuộc về thi


© dictionarist.com