Αγγλικά → Ελληνικά - plentiful

προφορά
(Lex**) άφθονος

Αγγλικά → Αγγλικά - plentiful

προφορά
adj. bountiful, abundant; full, replete; rich, lush; numerous, manifold

Αγγλικά → Γαλλικά - plentiful

προφορά
adj. abondant; plein; riche; affluent; nombreux

Αγγλικά → Γερμανικά - plentiful

προφορά
adj. reich (lich); überflüssig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - plentiful

προφορά
a. berlimpah-limpah, banyak, jerah, kaya

Αγγλικά → Ιταλικά - plentiful

προφορά
agg. abbondante, copioso; fertile, fruttuoso, fruttifero

Αγγλικά → Πολωνικά - plentiful

προφορά
a. obfity, sowity

Αγγλικά → Πορτογαλικά - plentiful

προφορά
adj. abundante; farto; fértil; rico

Αγγλικά → Ρουμανικά - plentiful

προφορά
a. abundent, bogat, luxuriant, copios, roditor, rodnic

Αγγλικά → Ρωσικά - plentiful

προφορά
прил. изобильный, богатый

Αγγλικά → Ισπανικά - plentiful

προφορά
adj. abundoso, abundante, colmado, copioso, cuantioso, desbordante, espléndido, exuberante, muy lleno, opimo, superabundante

Αγγλικά → Τουρκικά - plentiful

προφορά
s. bol, çok, bereketli

Αγγλικά → Ουκρανικά - plentiful

προφορά
a. багатий, рясний, вальний, обильний

Αγγλικά → Ολλανδικά - plentiful

προφορά
bn. overvloedig, copieus

Αγγλικά → Αραβικά - plentiful

προφορά
‏وافر، كثير‏

Αγγλικά → Κινεζικά - plentiful

προφορά
(形) 许多的, 丰饶的, 丰富的

Αγγλικά → Κινεζικά - plentiful

προφορά
(形) 許多的, 豐饒的, 豐富的

Αγγλικά → Χίντι - plentiful

προφορά
a. प्रचुर, प्रभुत

Αγγλικά → Ιαπωνικά - plentiful

προφορά
(形) 豊富な

Αγγλικά → Κορεατικά - plentiful

προφορά
형. 풍부한; 가득찬; 풍족한; 많은

Αγγλικά → Βιετναμικά - plentiful

προφορά
a. chan chứa, phong phú


dictionary extension
© dictionarist.com