Αγγλικά → Ελληνικά - placer

προφορά
ουσ. τοποθετών, θέτων μεταλλοφόρον έδαφος

Αγγλικά → Γαλλικά - placer

προφορά
n. sable aurifère (m), gravier aurifère (m)

Αγγλικά → Ιταλικά - placer

προφορά
s. chi colloca, chi mette

Αγγλικά → Πολωνικά - placer

προφορά
n. pakowacz

Αγγλικά → Πορτογαλικά - placer

προφορά
s. negócio lucrativo, terra de aluvião (f)

Αγγλικά → Ρουμανικά - placer

προφορά
n. plasator

Αγγλικά → Ρωσικά - placer

προφορά
с. россыпь, золотой прииск

Αγγλικά → Ισπανικά - placer

προφορά
s. placer (m)

Αγγλικά → Τουρκικά - placer

προφορά
i. alüvyon, nehrin taşıdığı madenler, nehirden elekle çıkarılan altın

Αγγλικά → Ουκρανικά - placer

προφορά
n. золотоносний: золотоносна жила, розсип

Γαλλικά → Αγγλικά - placer

προφορά
v. place, put; seat; post, position, situate; invest

Ισπανικά → Αγγλικά - placer

προφορά
v. have fun, have a good time, be entertained

Γαλλικά → Γερμανικά - placer

προφορά
v. stellen, legen, setzen, ansetzen, bringen, plazieren, postieren, einsetzen, anweisen, verlegen, liegen, tun, anbringen, unterbringen, anlegen, investieren, auslegen, verteilen, absetzen

Γαλλικά → Ιταλικά - placer

προφορά
1. (mettre) conficcare 2. (invité) far sedere; mettere a sedere
3. (position) sistemare; collocare; mettere a posto; situare 4. (finance) investire
5. (objets) porre; deporre; posare

Γαλλικά → Πορτογαλικά - placer

προφορά
1. (mettre) enfiar 2. (invité) sentar
3. (position) posicionar; colocar no lugar; situar; colocar; implantar 4. (finance) investir
5. (objets) colocar; pousar; por; botar

Γαλλικά → Ρωσικά - placer

προφορά
v. помещать, размещать, ставить, сажать, продавать, размещать (средства), пристраивать, определять (на работу)

Γαλλικά → Ισπανικά - placer

προφορά
1. (mettre) meter 2. (invité) sentar
3. (position) situar; colocar 4. (finance) invertir
5. (objets) poner; colocar

Γαλλικά → Τουρκικά - placer

προφορά
yerleştirmek, koymak; belirtmek; yatırım yapmak

Ισπανικά → Γαλλικά - placer

προφορά
1. (general) plaisir (m)
2. (estado emocional) plaisir (m); aise (f)
3. (deleite) plaisir (m); joie (f); délice (m); jouissance (f); ravissement (m); délectation (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - placer

προφορά
n. lust, vergnügen, behagen, gefallen, wohlgefallen, genuss, pläsier, wonne, sandbank
v. gefallen

Ισπανικά → Ρωσικά - placer

προφορά
n. удовольствие, песчаный: песчаная отмель,
v. нравиться

Γαλλικά → Ολλανδικά - placer

προφορά
1. (mettre) steken 2. (invité) zetten; plaatsen
3. (position) plaatsen; op de juiste plaats zetten; situeren 4. (finance) investeren; beleggen
5. (objets) plaatsen; leggen; zetten

Αγγλικά → Αραβικά - placer

προφορά
‏المتبر راسب محتو على الذهب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - placer

προφορά
(名) 冲积矿; 放置者

Αγγλικά → Κινεζικά - placer

προφορά
(名) 沖積礦; 放置者

Ισπανικά → Κορεατικά - placer

προφορά
n. 암초, 즐거움
v. 마음에 들다


dictionary extension
© dictionarist.com