Αγγλικά → Ελληνικά - pithy

προφορά
επίθ. σθεναρός, μυελώδης, νευρώδης

Αγγλικά → Αγγλικά - pithy

προφορά
adj. succinct, concise, terse; brief and meaningful

Αγγλικά → Γαλλικά - pithy

προφορά
adj. couvert de peau blanche; moelleux; concis; vigoureux; lapidaire

Αγγλικά → Γερμανικά - pithy

προφορά
adj. wesentlich, knapp

Αγγλικά → Ινδονησιακά - pithy

προφορά
a. inti: banyak inti, ringkas dan tajam, arti: penuh arti, bernas

Αγγλικά → Ιταλικά - pithy

προφορά
agg. del midollo; midolloso, pieno di midollo; simile al midollo; dalla buccia carnosa; (fig) conciso, stringato; succoso, sostanzioso

Αγγλικά → Πολωνικά - pithy

προφορά
a. rdzeniowy {anat.}, szpikowy, soczysty, rdzenny, treściwy, zwięzły

Αγγλικά → Πορτογαλικά - pithy

προφορά
adj. essencial; eficaz, suficiente; energético

Αγγλικά → Ρουμανικά - pithy

προφορά
a. medular, viguros, puternic, plin cu miez, pregnant

Αγγλικά → Ρωσικά - pithy

προφορά
прил. с сердцевиной, сжатый, содержательный, сильный, энергичный, губчатый

Αγγλικά → Ισπανικά - pithy

προφορά
adj. meduloso, aforístico, medular; conciso

Αγγλικά → Τουρκικά - pithy

προφορά
s. özlü, içerikli, güçlü, kısa ve öz, kısa ve özlü

Αγγλικά → Ουκρανικά - pithy

προφορά
a. стислий, лаконічний, змістовний, енергійний

Αγγλικά → Ολλανδικά - pithy

προφορά
bn. pittig, kernachtig, bondig, krachtig

Αγγλικά → Αραβικά - pithy

προφορά
‏مصقل، عصبي، حاد، قوي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - pithy

προφορά
(形) 有髓的, 含蓄的, 有力的

Αγγλικά → Κινεζικά - pithy

προφορά
(形) 有髓的, 含蓄的, 有力的

Αγγλικά → Χίντι - pithy

προφορά
a. सारपूर्ण, तेजस्वी, संक्षिप्त, चुप्पा, अल्पशब्दक, अर्थपूर्ण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - pithy

προφορά
(形) 髄のような; 力強い

Αγγλικά → Κορεατικά - pithy

προφορά
형. 속이 있는, 골수가 있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - pithy

προφορά
a. thuộc về nhiều tủy, giản minh, đầy khí phách, mạnh mẽ


dictionary extension
© dictionarist.com