Πορτογαλικά → Αγγλικά - pistilo

προφορά
(m) n. pistil, female reproductive organ in flowers

Ισπανικά → Αγγλικά - pistilo

προφορά
n. pistil

Πορτογαλικά → Γαλλικά - pistilo

προφορά
(botânica) pistil (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - pistilo

προφορά
(botánica) pistil (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - pistilo

προφορά
n. stempel, griffel

Ισπανικά → Κορεατικά - pistilo

προφορά
n. 암술


dictionary extension
© dictionarist.com