Γαλλικά → Αγγλικά - pilote

προφορά
(m) n. pilot, airman

Ιταλικά → Αγγλικά - pilote

προφορά
[pilota] adj. pilot

Ισπανικά → Αγγλικά - pilote

προφορά
[pilote (m)] n. stilt; pile

Γαλλικά → Γερμανικά - pilote

προφορά
n. fahrer, flieger, rennfahrer, treiber, pilot, lotse

Γαλλικά → Ρωσικά - pilote

προφορά
n. летчик (m), пилот (m), лоцман (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - pilote

προφορά
[le] gemi kılavuzu; pilot

Ισπανικά → Γαλλικά - pilote

προφορά
(construcción) pilotis (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - pilote

προφορά
n. pfahl, pfeiler

Ολλανδικά → Γαλλικά - pilote

προφορά
(luchtvaart - vrouw) aviatrice (f); pilote (m)


© dictionarist.com