Αγγλικά → Ελληνικά - picturesque

προφορά
επίθ. γραφικός

Αγγλικά → Αγγλικά - picturesque

προφορά
adj. resembling a picture, suitable for a painting

Αγγλικά → Γαλλικά - picturesque

προφορά
adj. pittoresque

Αγγλικά → Γερμανικά - picturesque

προφορά
adj. malerisch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - picturesque

προφορά
a. indah, indah: sangat indah, permai, mengasyikkan: yg mengasyikkan, menarik, unik

Αγγλικά → Ιταλικά - picturesque

προφορά
agg. pittoresco; caratteristico; espressivo, efficace

Αγγλικά → Πολωνικά - picturesque

προφορά
a. malowniczy, obrazowy, malarski, portretowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - picturesque

προφορά
adj. pitoresco, pinturesco

Αγγλικά → Ρουμανικά - picturesque

προφορά
a. pitoresc

Αγγλικά → Ρωσικά - picturesque

προφορά
прил. живописный, яркий, образный, колоритный, картинный

Αγγλικά → Ισπανικά - picturesque

προφορά
adj. pintoresco, folklórico

Αγγλικά → Τουρκικά - picturesque

προφορά
s. resmedilmeye değer, canlı, ilginç

Αγγλικά → Ουκρανικά - picturesque

προφορά
a. мальовничий, колоритний, оригінальний, яскравий, живописний, образний

Αγγλικά → Ολλανδικά - picturesque

προφορά
bn. schilderachtig, beeldend, levendig, pittoreske

Αγγλικά → Αραβικά - picturesque

προφορά
‏مشهد متنوع الالوان‏
‏تصويري، رائع، رسمي، فاتن، حي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - picturesque

προφορά
(形) 生动的, 独特的, 如画的

Αγγλικά → Κινεζικά - picturesque

προφορά
(形) 生動的, 獨特的, 如畫的

Αγγλικά → Χίντι - picturesque

προφορά
a. चित्रमय, प्रकृतिमनोहर, रसात्मक, सुरम्य, स्पष्ट, निराला, अनोखा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - picturesque

προφορά
(形) 絵のように美しい; 生き生きした; 個性的な

Αγγλικά → Κορεατικά - picturesque

προφορά
형. 그림 같은

Αγγλικά → Βιετναμικά - picturesque

προφορά
a. đẹp, mỹ lệ, như tranh vẽ


dictionary extension
© dictionarist.com