Αγγλικά → Ελληνικά - pictorial

προφορά
επίθ. εικονογραφικός, εικονογραφημένος

Αγγλικά → Αγγλικά - pictorial

προφορά
n. magazine or newspaper that contains photographs
adj. expressed in pictures, drawn, illustrated; photographed, produced by a photographic process
adj. pictorial, expressed in pictures, drawn, illustrated; photographed, produced by a photographic process

Αγγλικά → Γαλλικά - pictorial

προφορά
n. magazine illustré (de photos)
adj. illustré; imagé

Αγγλικά → Γερμανικά - pictorial

προφορά
n. Bildband
adj. bildhaft; illustriert

Αγγλικά → Ινδονησιακά - pictorial

προφορά
n. majalah bergambar
a. gambar: berkenaan dgn gambar, bergambar

Αγγλικά → Ιταλικά - pictorial

προφορά
s. giornale illustrato, rotocalco
agg. pittorico, della pittura; illustrato, figurato; (fig) pittoresco

Αγγλικά → Πολωνικά - pictorial

προφορά
a. obrazowy, malarski, ilustracyjny, ilustrowany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - pictorial

προφορά
s. ilustrado com gravuras; pictórico
adj. pintado; fotografado

Αγγλικά → Ρουμανικά - pictorial

προφορά
n. magazin, revistă ilustrată
a. pictural, ilustrat, plastic {fig.}

Αγγλικά → Ρωσικά - pictorial

προφορά
с. иллюстрированное периодическое издание
прил. изобразительный, яркий, живой, живописный, иллюстрированный

Αγγλικά → Ισπανικά - pictorial

προφορά
s. dibujo ilustrativo, ilustración, revista ilustrada
adj. pictórico, gráfico, ilustrativo

Αγγλικά → Τουρκικά - pictorial

προφορά
i. resimli dergi
s. resimli, resim, resim şeklinde

Αγγλικά → Ουκρανικά - pictorial

προφορά
n. ілюстрований: ілюстроване періодичне видання
a. образотворчий, яскравий, ілюстрований, живописний, рисунковий

Πορτογαλικά → Αγγλικά - pictorial

προφορά
adj. pictorial, expressed in pictures, drawn, illustrated; photographed, produced by a photographic process

Αγγλικά → Ολλανδικά - pictorial

προφορά
bn. beeld-, geïllustreerd, schilderachtig
zn. geïllustreerd blad

Αγγλικά → Αραβικά - pictorial

προφορά
‏حي، تصويري، مؤلف من صور، مصور‏

Αγγλικά → Κινεζικά - pictorial

προφορά
(名) 画报, 插图报纸, 插图杂志
(形) 绘画的, 用图画表示的, 插图的

Αγγλικά → Κινεζικά - pictorial

προφορά
(名) 畫報, 插圖報紙, 插圖雜誌
(形) 繪畫的, 用圖畫表示的, 插圖的

Αγγλικά → Χίντι - pictorial

προφορά
a. ललित, चित्रमय, प्रकृतिमनोहर, प्रदर्शन-संबंधी, दृष्टांत-संबंधी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - pictorial

προφορά
(形) 絵の; 絵で表した; 絵入りの
(名) 写真中心の雑誌

Αγγλικά → Κορεατικά - pictorial

προφορά
명. 화보
형. 그림으로 표현된, 그림그려진; 사진으로 된

Αγγλικά → Βιετναμικά - pictorial

προφορά
n. tờ báo có tranh ảnh
a. thuộc về hội họa, có hình, có tranh ảnh


dictionary extension
© dictionarist.com