Ιταλικά → Αγγλικά - picchiato

προφορά
adj. beaten, hammered (of metal); (Slang) crackpot, nut, crazy, weirdo

Ιταλικά → Γαλλικά - picchiato

προφορά
1. (apparenza) maltraité; malmené
2. (tocco) toqué; piqué

Ιταλικά → Γερμανικά - picchiato

προφορά
adj. geschlagen, bekloppt


© dictionarist.com