Αγγλικά → Αγγλικά - picante

προφορά
adj. prepared to be hot and spicy, containing hot spices (such as chili pepper)
adj. piquant, pungent, spicy, having a sharp flavor
n. piquancy, pungency, spiciness

Αγγλικά → Γαλλικά - picante

προφορά
adj. épicé, relevé, piquant

Αγγλικά → Γερμανικά - picante

προφορά
adj. pikant, beinhaltet scharfe Gewürze

Αγγλικά → Ιταλικά - picante

προφορά
piccante

Αγγλικά → Ισπανικά - picante

προφορά
adj. picante, preparado para ser picante y muy condimentado, que contiene especias picantes (como el chili, por ejemplo)

Πορτογαλικά → Αγγλικά - picante

προφορά
adj. acrid, biting, home, hot, niddv

Ισπανικά → Αγγλικά - picante

προφορά
adj. piquant, pungent, spicy, having a sharp flavor

Πορτογαλικά → Γαλλικά - picante

προφορά
1. (cheirar) âcre; piquant
2. (crítica) mordant; piquant; caustique; tranchant
3. (história) piquant; salé; osé; risqué; corsé; grivois; savoureux 4. (comida) épicé; piquant; relevé

Ισπανικά → Γαλλικά - picante

προφορά
1. (oler) âcre; piquant 2. (sensación física) piquant
3. (relato) piquant; salé; osé; risqué; corsé; grivois; savoureux 4. (comida) épicé; piquant; relevé
5. (medicina) qui démange

Ισπανικά → Γερμανικά - picante

προφορά
n. pikanterie, schärfe
a. scharf, saftig, pikant, prickelnd, spitzig, spitz, anzüglich, beißend, zweideutig, gepfeffert, schlüpfrig

Ισπανικά → Ρωσικά - picante

προφορά
adj. острый, пикантный

Αγγλικά → Ιαπωνικά - picante

προφορά
(形) 辛い(チリのような)

Αγγλικά → Κορεατικά - picante

προφορά
형. 매운양념이 첨가된, 맵게 만들어진

Ισπανικά → Κορεατικά - picante

προφορά
adj. 매운


dictionary extension
© dictionarist.com