Πορτογαλικά → Αγγλικά - pesadez

προφορά
n. heaviness, condition of being heavy; weightiness, seriousness; oppressiveness

Ισπανικά → Αγγλικά - pesadez

προφορά
n. stuffiness, heaviness, weight

Ισπανικά → Γαλλικά - pesadez

προφορά
(peso) lourdeur (f); pesanteur (f); poids (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - pesadez

προφορά
n. schwere, lästigkeit, schwerfälligkeit, plumpheit, aufdringlichkeit, beschwerlichkeit


dictionary extension
© dictionarist.com