Αγγλικά → Ελληνικά - personal

προφορά
επίθ. προσωπικός, ιδιωτικός

Αγγλικά → Αγγλικά - personal

προφορά
n. local notices, local announcements; newspaper notice or news item about a particular person
adj. individual, of or for a particular person; private
n. personnel, staff, work force; team, crew

Αγγλικά → Γαλλικά - personal

προφορά
n. nouvelles locales; potin; nouvelle concernant une personnalité; annonce personnelle
adj. personnel; privé; individuel

Αγγλικά → Γερμανικά - personal

προφορά
n. örtliche Nachrichten; Familienanzeigen
adj. persönlich; privat

Αγγλικά → Ινδονησιακά - personal

προφορά
a. pribadi, perorangan, personawi

Αγγλικά → Ιταλικά - personal

προφορά
s. annuncio locale; annuncio personale su un giornale
agg. personale, individuale, privato

Αγγλικά → Πολωνικά - personal

προφορά
a. osobisty, prywatny, własny, indywidualny, osobowy {gram.}, imienny, personalny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - personal

προφορά
s. notícias locais; notícia sobre uma pessoa no jornal
adj. pessoal; particular

Αγγλικά → Ρουμανικά - personal

προφορά
n. avere personală, pronume personal, aluzie: aluzii ofensatoare
a. personal, particular, privat, individual, persoană: în persoană, propriu, fizic, caustic, mobil

Αγγλικά → Ρωσικά - personal

προφορά
с. светская хроника в газете
прил. личный, персональный, движимый, задевающий личность, затрагивающий личность, субъективный

Αγγλικά → Ισπανικά - personal

προφορά
s. noticia local; noticia acerca de una persona en el periódico
adj. personal, privado; de uso propio; corpóreo

Αγγλικά → Τουρκικά - personal

προφορά
i. kişisel ilanlar sayfası
s. kişisel, şahsi, özel, kişiye özel, kişiye yönelik, vücut

Αγγλικά → Ουκρανικά - personal

προφορά
a. особистий, персональний, особа: що стосується особи, особовий

Γερμανικά → Αγγλικά - personal

προφορά
n. local notices, local announcements; newspaper notice or news item about a particular person

Ρουμανικά → Αγγλικά - personal

n. personnel, staff
a. personal, individual, private, own, particular, original
adv. individually, peculiarly, personally, oneself: by oneself

Ισπανικά → Αγγλικά - personal

προφορά
adj. personal, individual; private; particular

Αγγλικά → Ολλανδικά - personal

προφορά
zn. locale informatie; persoonlijke informatie (in de krant)
bn. persoonlijk; prive

Γερμανικά → Γαλλικά - personal

προφορά
n. personnel (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - personal

προφορά
n. servitù (f), personale (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - personal

προφορά
n. персонал (n), личный состав (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - personal

προφορά
n. servidumbre (f), personal (m), maestranza (f), gente (f), dotación (f)
adj. personal

Γερμανικά → Τουρκικά - personal

προφορά
i. personel (n)

Ισπανικά → Γαλλικά - personal

προφορά
1. (general) personnel 2. (letra) personnel; écrit à la main
3. (juicio) subjectif 4. (información) confidentiel; secret; privé; discret
5. (gente) personnel (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - personal

προφορά
n. personal, leute, belegschaft, gefolgschaft, kraft
a. persönlich, personal, eigen

Ισπανικά → Ρωσικά - personal

προφορά
n. персонал, штат,
adj. личный, индивидуальный

Γερμανικά → Ολλανδικά - personal

προφορά
personeel ,persoonlijk

Αγγλικά → Αραβικά - personal

προφορά
‏النبذة الشخصية‏
‏فردي، خاص، خصوصي، ذاتي، شخصاني‏

Αγγλικά → Κινεζικά - personal

προφορά
(名) 人事消息栏; 人称代名词
(形) 私人的, 身体的, 亲自的

Αγγλικά → Κινεζικά - personal

προφορά
(名) 人事消息欄; 人稱代名詞
(形) 私人的, 身體的, 親自的

Αγγλικά → Χίντι - personal

προφορά
a. निज का, निजी, आत्म, ज़ाती, स्वगत, व्यक्तिगत

Αγγλικά → Ιαπωνικά - personal

προφορά
(名) 個人消息; 人物批評; 動産
(形) 個人の; 個人的な, 私的な; 本人の; 個人攻撃の; 一身上の

Αγγλικά → Κορεατικά - personal

προφορά
명. 인사란, 인사 동정
형. 개인의; 사적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - personal

προφορά
a. riêng, cá nhân, thuộc về cá nhân, tự do cá nhân, nhân xưng

Γερμανικά → Κινεζικά - personal

προφορά
[das]人员。职员。劳动力。全体人员。人事。

Ισπανικά → Κορεατικά - personal

προφορά
n. 인원
adj. 개인, 신체의, 자기의


dictionary extension
© dictionarist.com