Αγγλικά → Ελληνικά - persist

προφορά
ρήμ. επιμένω, εξακολουθώ

Αγγλικά → Αγγλικά - persist

προφορά
v. insist, stand firm; persevere; continue

Αγγλικά → Γαλλικά - persist

προφορά
v. persister, s'obstiner; insister; continuer

Αγγλικά → Γερμανικά - persist

προφορά
v. darauf bestehen; durchhalten; andauern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - persist

προφορά
v. tetap melakukan, pantang mundur, menarik otot, mengotot, berkanjang, bergigih, berkeras, bersikeras, berkuat, mendesakkan, memperturuntukan, mempertubikan, terus ada, lama: berlangsung lama, tahan

Αγγλικά → Ιταλικά - persist

προφορά
v. persistere, insistere, ostinarsi, perseverare; durare, perdurare, continuare, permanere

Αγγλικά → Πολωνικά - persist

προφορά
v. wytrwać, trwać, nieustannie: robić coś nieustannie, upierać się, obstawać przy czymś, uprzeć się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - persist

προφορά
v. persistir; insistir; perseverar; continuar, prosseguir

Αγγλικά → Ρουμανικά - persist

προφορά
v. persista, stărui cu îndârjire, continua

Αγγλικά → Ρωσικά - persist

προφορά
г. упорствовать, упрямиться, настоять, настойчиво продолжать, упорно продолжать, оставаться, продолжать существовать, сохраняться, удерживаться, устоять

Αγγλικά → Ισπανικά - persist

προφορά
v. persistir, continuar, durar, insistir, perseverar, porfiar, proseguir

Αγγλικά → Τουρκικά - persist

προφορά
f. sürmek, devam etmek, sürdürmek, ısrar etmek, sebat etmek, inat etmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - persist

προφορά
v. наполягати, залишатися

Αγγλικά → Ολλανδικά - persist

προφορά
ww. volharden, hardnekkig volhouden, blijven volhouden, blijven aandringen, aanhouden, voortduren, overleven

Αγγλικά → Αραβικά - persist

προφορά
‏ثابر، صر، واصل، إستمر، تمسك برايه، ركب رأسه‏

Αγγλικά → Κινεζικά - persist

προφορά
(动) 坚持; 持续; 固执; 存留

Αγγλικά → Κινεζικά - persist

προφορά
(動) 堅持; 持續; 固執; 存留

Αγγλικά → Χίντι - persist

προφορά
v. दृढ़ रहना, क़ायम रहना, ज़िद करना, बचना, बच निकलना, बच जाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - persist

προφορά
(動) 固執する; いつまでも続く; 生き残る; しつこくする

Αγγλικά → Κορεατικά - persist

προφορά
동. 고집하다, 주장하다; 관철하다; 지속하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - persist

προφορά
v. cố chấp, kiên gan, bền chí


Χρονοι ρηματων

Present participle: persisting
Present: persist (3.person: persists)
Past: persisted
Future: will persist
Present conditional: would persist
Present Perfect: have persisted (3.person: has persisted)
Past Perfect: had persisted
Future Perfect: will have persisted
Past conditional: would have persisted
© dictionarist.com