Ιταλικά → Αγγλικά - perpetuo

προφορά
adj. perpetual

Ισπανικά → Αγγλικά - perpetuo

προφορά
[perpetuo] adj. perpetual, eternal

Ιταλικά → Γαλλικά - perpetuo

προφορά
(generale) perpétuel

Ιταλικά → Γερμανικά - perpetuo

προφορά
adj. ewig, fortwährend, lebenslänglich

Ισπανικά → Γαλλικά - perpetuo

προφορά
1. (general) perpétuel
2. (incesante) incessant; continuel; sans fin
3. (eterno) éternel; sans fin; perpétuel; continuel

Ισπανικά → Γερμανικά - perpetuo

προφορά
a. fortdauer, unaufhörlich, unausgesetzt, immerwährend, ewig, stetig, ständig, lebenslänglich, unkündbar

Ισπανικά → Ρωσικά - perpetuo

προφορά
adj. вечный

Ισπανικά → Κορεατικά - perpetuo

προφορά
adj. 영원히 계속되는


dictionary extension
© dictionarist.com