Αγγλικά → Ελληνικά - permitted

προφορά
[permit] ρήμ. επιτρέπω

Αγγλικά → Αγγλικά - permitted

προφορά
adj. authorized, allowed; having a permit or license

Αγγλικά → Γαλλικά - permitted

προφορά
adj. autorisé, permis; qui a un permis, une licence

Αγγλικά → Γερμανικά - permitted

προφορά
[permit] v. genehmigen; erlauben; zulassen
adj. gestattet; zugelassen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - permitted

προφορά
a. halal, diperbolehkan: yg diperbolehkan

Αγγλικά → Ιταλικά - permitted

προφορά
agg. permesso; patentato

Αγγλικά → Πολωνικά - permitted

προφορά
a. dozwolony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - permitted

προφορά
adj. permitido; autorizado; concedido

Αγγλικά → Ρουμανικά - permitted

προφορά
a. permis

Αγγλικά → Ρωσικά - permitted

προφορά
[permit] г. дозволять, позволять, разрешать, давать разрешение, давать возможность, допускать

Αγγλικά → Ισπανικά - permitted

προφορά
adj. permitido, aprobado, autorizado

Αγγλικά → Τουρκικά - permitted

προφορά
[permit] f. izin vermek, olanak vermek, ruhsat vermek, müsait olmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - permitted

προφορά
a. дозволений

Αγγλικά → Αραβικά - permitted

προφορά
‏مسموح به‏

Αγγλικά → Κινεζικά - permitted

προφορά
[permit] (动) 允许, 容许

Αγγλικά → Κινεζικά - permitted

προφορά
[permit] (動) 允許, 容許

Αγγλικά → Ιαπωνικά - permitted

προφορά
(形) 許された, 許可された
(動) 許す; 可能にする; 容認する; 黙認する, 認める

Αγγλικά → Κορεατικά - permitted

προφορά
형. 인정된, 공인된; 면허증이 있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - permitted

προφορά
v. chịu, cho phép, thừa nhận


© dictionarist.com