Αγγλικά → Ελληνικά - periphrasis

προφορά
ουσ. περίφραση

Αγγλικά → Αγγλικά - periphrasis

προφορά
n. indirect speech, circumlocution; indirect expression, expression phrased in a roundabout manner

Αγγλικά → Γαλλικά - periphrasis

προφορά
n. périphrase

Αγγλικά → Γερμανικά - periphrasis

προφορά
n. Umschreibung, Periphrase

Αγγλικά → Ινδονησιακά - periphrasis

προφορά
n. mengatakan dgn kata lain: hal mengatakan dgn kata lain

Αγγλικά → Ιταλικά - periphrasis

προφορά
s. perifrase (frase che con la sua più semplice forma di espressione spiega il contenuto di un'altra frase)

Αγγλικά → Πολωνικά - periphrasis

προφορά
n. peryfraza, omówienie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - periphrasis

προφορά
s. perífrase; rodeio de palavras; circunlocução

Αγγλικά → Ρουμανικά - periphrasis

προφορά
n. perifrază, circumlocuţie

Αγγλικά → Ρωσικά - periphrasis

προφορά
с. перифраза

Αγγλικά → Ισπανικά - periphrasis

προφορά
s. perífrasis

Αγγλικά → Τουρκικά - periphrasis

προφορά
i. dolaylı anlatım, dolambaçlı söz

Αγγλικά → Ουκρανικά - periphrasis

προφορά
n. перифраза

Αγγλικά → Ολλανδικά - periphrasis

προφορά
zn. omschrijving

Αγγλικά → Αραβικά - periphrasis

προφορά
‏كلام غير مباشر، حشو الكلام، تورية، تلميح، تعريض، إطناب، إسهاب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - periphrasis

προφορά
(名) 迂回说法

Αγγλικά → Κινεζικά - periphrasis

προφορά
(名) 迂迴說法

Αγγλικά → Χίντι - periphrasis

προφορά
n. वाक्य-विस्तार, फेरवट की बातचीत

Αγγλικά → Ιαπωνικά - periphrasis

προφορά
(名) 回りくどい言い方; 迂言法

Αγγλικά → Κορεατικά - periphrasis

προφορά
명. 완곡법

Αγγλικά → Βιετναμικά - periphrasis

προφορά
n. cách nói quanh


© dictionarist.com